ΠΛΑΙΣΙΟ ΑΡΧΩΝ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΩΝ ΣΤΟΧΩΝ 2017

Ι. Εισαγωγή

Από την ίδρυσή του, ο Όμιλος Προβληματισμού για τον Εκσυγχρονισμό της Κοινωνίας μας είχε θέσει ως βασικό του στόχο τη συμβολή στην πρόοδο και ανάπτυξη της δημόσιας ζωής της Κύπρου. Αυτός ο στόχος αποδεικνύεται και σήμερα ως ίσως ο πιο επίκαιρος και ταυτόχρονα ο πιο επείγον. Ταυτόχρονα, σήμερα γίνεται κατανοητό όσο ποτέ άλλοτε ότι:

(α) Η ιδιότητα του μέλους της Ε.Ε. είναι ο μεγαλύτερος σύμμαχος στη διαδικασία προόδου της κοινωνίας μας. Αυτό δεν είναι αποτέλεσμα «ευρωκεντρικής προκατάληψης», αλλά ορθολογιστικής εκτίμησης. Η συνειδητή αφοσίωση στον ευρωπαϊκό ουμανισμό, στις αρχές, τις διαδικασίες και το πνεύμα της Ε.Ε., βοηθά εκτός των άλλων και στη συνειδητοποίηση του εξής κομβικού: Κανένας τομέας της δημόσιας ζωής δεν μπορεί να παραγνωρίζεται, όταν μιλάμε για την ανάγκη εκσυγχρονισμού. Όποιο τμήμα της δημόσιας σφαίρας αφεθεί στην άκρη, αργά ή γρήγορα θα αποδείξει τις αρνητικές επιδράσεις της υστέρησής του σε άλλους τομείς.

(β) Η εκσυγχρονιστική διαδικασία δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποσπασματικά, ούτε και επιλεκτικά. Για παράδειγμα, δεν μπορεί κανείς να ελπίζει σε ανάπτυξη της οικονομίας, χωρίς παράλληλη θεσμική συγκρότηση των στόχων και των μέσων της ανάπτυξης, αλλά και χωρίς παράλληλη εξυγίανση άλλων τομέων. Η οικονομική ανάπτυξη σε ένα περιβάλλον πελατειακών σχέσεων του πολιτικού συστήματος, αδιαφάνειας, αναξιοκρατίας και διαφθοράς οδηγεί σε αργή και κυρίως στρεβλή ανάπτυξη, η οποία αργά ή γρήγορα θα καταρρεύσει ή – στην καλύτερη περίπτωση – θα οδηγεί σε αδιέξοδο.

(γ) Η εκσυγχρονιστική προοπτική δεν αποτελεί έναν ευκαιριακό διακηρυκτικό προσανατολισμό. Είναι μια διαρκής διαδικασία στην οποία οι στοχεύσεις είναι άρρηκτα συνυφασμένες με τις στρατηγικές, αλλά και με τις ακολουθούμενες πρακτικές. Αν οι διακηρύξεις και οι στρατηγικοί στόχοι αποπνέουν «εκσυγχρονισμό», ενώ οι καθημερινές επιλογές και πρακτικές – σε οποιοδήποτε επίπεδο – αποπνέουν συντήρηση, αυτόματα καταργούνται, γίνονται κενές περιεχομένου, και οι διακηρύξεις και οι στρατηγικοί στόχοι.

(δ) Ο διάλογος, η συνεννόηση, ο ορθολογισμός και η τεκμηρίωση αποτελούν απαραίτητες προϋποθέσεις οποιασδήποτε εκσυγχρονιστικής προσπάθειας. Παράλληλα, και αλληλένδετα με αυτά, είναι η διαρκής αναφορά στο περιφερειακό και διεθνές περιβάλλον, η προσπάθεια απεγκλωβισμού της σκέψης και των σχεδιασμών από τον μικρόκοσμο της ελληνοκυπριακής κοινωνίας και τις παθογένειες του κοινοτικού αυτισμού.

(ε) Ως απόρροια των πιο πάνω προκύπτουν τα εξής: (1) Είναι αδύνατη η κατάκτηση της κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής προόδου χωρίς την αφομοίωση του ευρωπαϊκού μεθοδολογικού και αξιακού κεκτημένου. Η επίκληση της ιδιότητας του μέλους της Ε.Ε. μόνο και μόνο όταν έχουμε να εξασφαλίσουμε κάποιο προβάδισμα στο Κυπριακό ή κάποια οικονομικά οφέλη δεν μας καθιστούν πραγματικά μέλη της Ε.Ε.. Υπάρχουν και άλλα κράτη της Ε.Ε. (π.χ. μερικές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και των Βαλκανίων) που επίσης παρουσιάζουν δυσκολίες στην αφομοίωση της ιδιότητας του μέλους σε μια οικογένεια, καθώς και των πρακτικών της Ε.Ε.. Αλλά λόγω μεγέθους, λόγω γεωγραφικής θέσης και λόγω του Κυπριακού μόνο για την Κύπρο είναι τόσο αμείλικτος όρος ο καθημερινός ευρωπαϊκός προσανατολισμός για πρόοδο σε οποιονδήποτε τομέα. (2) Η μετατροπή της Κύπρου σε σύγχρονο και «φυσιολογικό» κράτος, όπως επιτάσσει η πρόσφατη επίσημη επιχειρηματολογία, είναι αδιανόητη χωρίς τον οριστικό και πλήρη διαχωρισμό κράτους και εκκλησίας. Σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος σημαίνει οπωσδήποτε κοσμικό κράτος. Η έντονη ανάμειξη της εκκλησίας στις κρατικές υποθέσεις, είτε άτυπη (π.χ. με διορισμούς μέχρι και υπουργών και ανώτερων κρατικών λειτουργών), είτε θεσμοθετημένη (π.χ. στην εκπαίδευση), αποτελεί κατάλοιπο προηγούμενων αιώνων, εντελώς ασυμβίβαστο με τον Διαφωτισμό και τον σύγχρονο ευρωπαϊκό ουμανισμό.  (3) Είναι αδύνατη η αποσύνδεση του εκσυγχρονισμού από τη χρήση του ορθολογισμού στο Κυπριακό και την προοπτική επανένωσης της Κύπρου στη βάση της Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας. Η χρήση «εκσυγχρονιστικού» λόγου όταν μιλάμε π.χ. για θέματα διαφθοράς ή πελατειακού κομματικού συστήματος, καθίσταται άκυρη και αναξιόπιστη αν την ίδια στιγμή επιλέγουμε τον παραδοσιακό, στερεοτυπικό, ξενοφοβικό και συνωμοσιολογικό λόγο στο Κυπριακό.

Με βάση τα πιο πάνω, για τον ΟΠΕΚ είναι σημαντικό να γίνει κατανοητός ο συνολικός χαρακτήρας του εκσυγχρονιστικού εγχειρήματος, καθώς και η φύση του ως μια διαρκής εξελικτική και διαλεκτική διαδικασία.

 

ΙΙ. Το πολιτικό ζήτημα

(Α) Κυπριακό

Η αποτυχία για κατάληξη σε συμφωνία κατά την τελευταία προσπάθεια στον κυπριακής ιδιοκτησίας διάλογο είναι συνυφασμένη με την κορύφωση της πολιτικής κρίσης στην ελληνοκυπριακή κοινότητα. Οι όχι αμελητέες ευθύνες της ελληνοκυπριακής πλευράς στην αποτυχία, οι αλλεπάλληλες παλινδρομήσεις και υπαναχωρήσεις από τον στόχο – κυρίως από τον Οκτώβριο του 2016 και μετά – αντανακλούν μια σειρά από παθογένειες. Η σημαντικότερη είναι το γεγονός ότι, παραδοσιακά, στο Κυπριακό υπάρχει διγλωσσία από το μεγαλύτερο μέρος της πολιτικής ηγεσίας. Είναι διαφορετικός ο λόγος που εκπέμπεται προς το εσωτερικό και διαφορετικός προς το εξωτερικό, κατά τη διάρκεια σοβαρών προσπαθειών επίλυσης του προβλήματος. Διαχρονικά, αυτό δημιούργησε μια διάσταση ανάμεσα στην ίδια την πραγματικότητα και στον περί Κυπριακού πολιτικό λόγο, με αποτέλεσμα η κοινωνία να βλέπει με καχυποψία κάθε σημαντική πρόοδο.

Το παραδοσιακό πολιτικό προσωπικό χρησιμοποιεί το Κυπριακό περισσότερο ως καταναλωτικό αγαθό προς τέρψη του λαού. Και στη συνέχεια επικαλείται το δημιούργημά του – τη λαϊκή καχυποψία εξαιτίας του χρόνιου λαϊκισμού – για να μην πάρει σοβαρές αποφάσεις για τη λύση. Εκτός των άλλων, αυτό ευνοεί την ευημερία του στερεοτυπικού λόγου μερίδας της ηγεσίας και των ΜΜΕ στις δύο κοινότητες, ιδιαίτερα σε συνθήκες απουσίας διαπραγματεύσεων. Τα όσα γίνονται και λέγονται σε επίπεδο πολιτικών και ΜΜΕ στις δύο κοινότητες, μετά το ναυάγιο των διαπραγματεύσεων, επιβεβαιώνουν ότι όταν δεν υπάρχει προοπτική επίλυσης στον ορίζοντα, δημιουργούνται τετελεσμένα όχι μόνον επί του εδάφους, αλλά και σε επίπεδο συνειδήσεων. Συνακόλουθα, αυτή η κατάσταση επιτρέπει τη συντήρηση του Κυπριακού, όχι μόνο ως ενός ανοιχτού προβλήματος με απρόβλεπτες συνέπειες, αλλά και ως ένα ισχυρό άλλοθι για να μην προχωρήσει ο εκσυγχρονισμός σε όλα τα άλλα πεδία της εσωτερικής πολιτικής. Και για να διατηρηθούν και να διαιωνιστούν, εν τέλει, προνόμια και κεκτημένα κακοδιαχείρισης, διαφθοράς και διαπλοκής.

Συναφώς, δύο πτυχές του προβλήματος αλληλεπιδρούν αρνητικά: Ο εδαφικός διαχωρισμός και οι επίσημες αφηγήσεις για μονόπλευρη θυματοποίηση. Η αδυναμία υπέρβασης των προβλημάτων επικοινωνίας και συνάφειας μεταξύ των δύο κοινοτήτων, εξ αιτίας του διαχωρισμού, ευνοεί τη συντήρηση των αφηγήσεων σύμφωνα με τις οποίες η κάθε κοινότητα παρουσιάζει τον εαυτό της ως αποκλειστικό θύμα, και την άλλη ως αποκλειστικό θύτη. Αυτό προσδίδει στο θέμα της ασφάλειας μια δυσανάλογη διάσταση, καθώς και προσεγγίσεις ασύμβατες μεταξύ τους («μηδέν στρατεύματα και εγγυήσεις για να μην κινδυνεύουμε από την Τουρκία» –  «Τουρκικός στρατός και εγγυήσεις για να μην κινδυνεύουμε από τους Ελληνοκύπριους»).

Παρόλα αυτά, οι βασικότερες πρόνοιες μιας εφικτής λύσης είναι δυνατό να καταστούν νοητές. Αυτό απέδειξε και η διαδικασία Αναστασιάδη-Ακιντζί, οπότε και σε αρκετές περιπτώσεις κατέκτησαν συγκλίσεις επιστρέφοντας σε ανάλογες που είχαν επιτευχθεί σε προγενέστερες προσπάθειες. Επομένως, η φύση της ΔΔΟ είναι σε μεγάλο βαθμό αντιληπτή. Αυτό το οποίο απομένει είναι (α) το πολιτικό προσωπικό να αποφασίσει πόσο συνειδητά και αφοσιωμένα θα επιδιώξει τη λύση, και (β) πώς θα ηγηθεί της κοινωνίας, προετοιμάζοντάς την για τη λύση, και όχι για τη διαχείριση του αδιεξόδου.

Εάν οι δύο συνθήκες ικανοποιηθούν επαρκώς, είναι βέβαιο ότι στο πλαίσιο και με τη συνδρομή του ΟΗΕ, και με τον καταλυτικό ρόλο της Ε.Ε. είναι εφικτή μια ειλικρινής και ουσιαστική επανάληψη της προσπάθειας, με πολύ σοβαρές πιθανότητες θετικής κατάληξης. Δεν παραγνωρίζεται ο ρόλος της Τουρκίας και οι ευθύνες της. Έχει όμως αποδειχτεί ότι απέχουμε πολύ από το να θεωρείται από όλους τους άλλους ως ο κύριος υπαίτιος της μη λύσης. Επομένως, στη χειρότερη περίπτωση, μια ειλικρινής προσπάθεια της πλευράς μας το ολιγότερο που μπορεί να αποδώσει είναι την κατάδειξη των ευθυνών της Άγκυρας. Σε αντίθετη περίπτωση, οι συνθήκες μέσα στις οποίες θα μπορεί να επαναρχίσει στο απώτερο μέλλον μια νέα προσπάθεια θα είναι κατά πολύ δυσμενέστερες από τις σημερινές. Τόσο οι αντικειμενικές (σύνδεση και περαιτέρω εξάρτηση των κατεχομένων με την Τουρκία, έποικοι, επίλυση του περιουσιακού επί του εδάφους κλπ.), όσο και οι υποκειμενικές (αρνητισμός της κοινωνίας εξαιτίας του λαϊκισμού, της κυριαρχίας των κλισέ και του ψεύδους κλπ.). Συνεπώς, επείγει η άμεση συνεννόηση των δύο ηγετών για επανέναρξη της πρωτοβουλίας, στη βάση των συγκλίσεων που έχουν επιτευχθεί και οπωσδήποτε στο «Πλαίσιο Γκουτέρες» της 6ης Ιουλίου 2017.

Σε κάθε περίπτωση, η προσήλωση της ελληνοκυπριακής πλευράς στη ΔΔΟ θα πρέπει να είναι αδιαπραγμάτευτη, ενώ θα πρέπει να είναι διαρκώς παρούσα στη χάραξη πολιτικής η συνειδητή παραδοχή ότι η ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε. δημιούργησε νέες δυνατότητες. Με τη στρατηγική σκέψη του Γ. Κρανιδιώτη η Κύπρος μπορεί να αλλάξει τη μοίρα της αν κατανοήσει τα νέα δεδομένα και αν εργαστεί με σύστημα προς αυτή την κατεύθυνση. Η ένταξη προσφέρει το κοινό θεσμικό πλαίσιο, το «κοινό σπίτι» για όλους τους Κυπρίους. Οι ευρωπαϊκές αξίες, οι αρχές της πολυπολιτισμικής κοινωνίας, το κράτος δικαίου όπως αυτό καθορίζεται από την ευρωπαϊκή φιλελεύθερη παράδοση, είναι το υλικό που διαφοροποιεί θετικά, προς μια πιο σύγχρονη εκδοχή, το περιεχόμενο της ΔΔΟ.

Κλειδί σε αυτή την πολιτική αλλαγή  συνιστά η ενίσχυση της ευρωπαϊκής πορείας της Τουρκίας. Οι στενότεροι δυνατοί δεσμοί της Τουρκίας με την Ε.Ε. είναι προς το συμφέρον της Κύπρου, γι’ αυτό και θα πρέπει να υποστηρίζει την ενταξιακή πορεία της Τουρκίας, με τους όρους και τις προϋποθέσεις που θέτει η Επιτροπή με τις ετήσιες Εκθέσεις Προόδου της τουρκικής υποψηφιότητας.

Η επικοινωνία και η συνεργασία ανάμεσα στην Ελληνοκυπριακή και στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα, σε όλα τα επίπεδα, μπορεί να φέρει τους πολίτες πιο κοντά και έτσι να οικοδομήσει μια καλύτερη συνεννόηση για το μέλλον της Κύπρου. Οι δικοινοτικές πρωτοβουλίες αποδεικνύουν ότι μια στέρεη βάση συνεννόησης μπορεί να αποτελέσει τη γέφυρα της Κύπρου με το μέλλον. Αυτό αποδεικνύει με τον χειροπιαστό τρόπο η Δικοινοτική Επιτροπή για τη Διατήρηση της Πολιτιστικής Κληρονομιάς, καθώς και η αποτελεσματική δουλειά πολλών οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών.

Η ΕΕ μπορεί να είναι ο καταλύτης για τη λύση αν με τις ενέργειες και τους χειρισμούς μας κατακτήσουμε αυτή τη δυνατότητα. Η ΕΕ μπορεί να δώσει τις κρίσιμες απαντήσεις στα ζητήματα της ασφάλειας, της οικονομίας, της ανοικοδόμησης, και της οικονομικής υποστήριξης προνοιών της λύσης. Η δραστήρια συμμετοχή της ΕΕ στις διαδικασίες επίλυσης μπορεί να είναι μέρος της πολιτικής της ΕΕ στην Α. Μεσόγειο και στην υπό διαμόρφωση νέα, αμυντική και εξωτερική πολιτική της.

(Β) Κύπρος και Ευρωπαϊκή Ένωση

Η ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι στρατηγική επιλογή συμμετοχής στην πιο προηγμένη ζώνη δημοκρατίας, σταθερότητας, ευημερίας και συνεργασίας στον κόσμο. Οι άνθρωποι που εμπνεύστηκαν από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 και υλοποίησαν την ευρωπαϊκή ιδέα, με πρωτεργάτη τον Γιάννο Κρανιδιώτη, είχαν έγκαιρα συνειδητοποιήσει τα διακυβεύματα για την Κύπρο και το λαό της στην εξέλιξη του 20ου αιώνα: Η πορεία προς την ένταξη στην Ε.Ε. θα μπορούσε να λειτουργήσει ως καταλύτης στο Κυπριακό, η ένταξη με παράλληλη επίλυση του προβλήματος θα καθιστούσε την Κύπρο τμήμα του πλαισίου ασφάλειας και σταθερότητας της Ε.Ε. – σημαντικό πλεονέκτημα στην ταραγμένη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου – και ταυτόχρονα θα απελευθέρωνε δυνάμεις εμβάθυνσης της δημοκρατίας, πλουραλισμού, κοινωνικής δικαιοσύνης και οικονομικής ανάπτυξης.

Όμως, παρά την ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε. το 2004, η ουσία του ευρωπαϊκού εγχειρήματος δεν έχει εκπληρωθεί. Η πολιτική διαπάλη για το ευρωπαϊκό μέλλον της Κύπρου παραμένει ανοιχτή ανάμεσα σε δυνάμεις που αναζητούν στρατηγικές μακράς πνοής και ένα πολύμορφο τοπικό κατεστημένο που εξακολουθεί να βλέπει την Ευρώπη a la card για εξυπηρέτηση πρόσκαιρων επιδιώξεων.

Αυτή η διαπάλη θα εξελιχθεί στα χρόνια που έρχονται με διαφορετικούς όρους, γιατί η Ευρώπη επιταχύνει ξανά τους ρυθμούς ενοποίησης και το τοπίο που περιβάλλει την Κύπρο, γεωστρατηγικά, πολιτικά και οικονομικά, δεν ευνοεί την αδράνεια.

Η Ευρώπη θα επιχειρήσει αλλαγές και μετατοπίσεις του κέντρου βάρους και της επιρροής της. Η δυναμική για την περαιτέρω ολοκλήρωση θα δίνει προβάδισμα σε εκείνους που είναι πρόθυμοι, έτοιμοι να συμβάλουν σε μια συντεταγμένη πορεία ενοποίησης. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον δεν θα επαρκεί η απλή κατοχή μιας άβουλης θέσης στο μεγάλο ευρωπαϊκό τραπέζι, χωρίς πολιτικές και περίσσευμα ευρωπαϊκής αξιοπιστίας.

Η Κύπρος στέκει αμήχανη και διστακτική μπροστά στις ευρωπαϊκές εξελίξεις γιατί δεν κατάφερε – ούτε ήθελε – να αξιοποιήσει το κεφάλαιο της συμμετοχής στην ΕΕ για να απαλλαγεί από τις εγχώριες εξαρτήσεις και τα βάρη της πολιτικής κληρονομιάς της κατοχής και της διαίρεσης. Πολιτικές και οικονομικές ελίτ που καθοδήγησαν τον τόπο από θέσεις εξουσίας όλα αυτά τα χρόνια διακατέχονταν από αμφίσημες ιδιοτελείς και αντιφατικές επιδιώξεις. Δεν συμμερίστηκαν και δεν συνειδητοποίησαν το ευρωπαϊκό σχέδιο. Γι’ αυτό απέφυγαν να εργαστούν συστηματικά για να εδραιώσουν τα ποιοτικά πλεονεκτήματα της ένταξης και της συμμετοχής στην ευρωπαϊκή οικογένεια:

– την ενεργό και δραστήρια συμβολή στο ευρωπαϊκό εγχείρημα, συγχρονίζοντάς την με την μέγιστη εθνική προτεραιότητα επίλυσης του Κυπριακού και τις δυναμικές που την υποστηρίζουν και

– την οργάνωση ενός βιώσιμου μοντέλου ανάπτυξης, βασισμένου στις πιο κεντρικές ευρωπαϊκές επιδιώξεις, τις βέλτιστες πρακτικές και τα κοινά συμφέροντα.

Η Κύπρος απώλεσε πολύτιμο χρόνο, αποστερώντας από τις πιο παραγωγικές γενιές της τα πολλαπλασιαστικά οφέλη της ένταξης: την κινητικότητα χωρίς εμπόδια, την ανάπτυξη δικτύων συνεργασίας, την ανταλλαγή γνώσεων και καινοτομίας, τη συστημική οργάνωση της κοινωνίας των πολιτών που είναι ικανή να διεισδύει σε όλα τα ευρωπαϊκά επίπεδα.

Η ευρωπαϊκή ιδέα στην Κύπρο είναι επίκαιρη όσο ποτέ για τις παραγωγικές τάξεις, τις κοινωνικές δυνάμεις, τους πολίτες και τη νέα γενιά που βλέπουν την ανάγκη μιας διαφορετικής πορείας προς το μέλλον. Η δραστήρια συμμετοχή στην ΕΕ είναι η πραγματική συζήτηση για τους ανθρώπους που αγωνίζονται να βγει η Κύπρος από τα σωρευμένα αδιέξοδα της συντήρησης και του εσωτερικού κατεστημένου, της υπεράσπισης μιας δήθεν κυριαρχίας, στα χέρια ολίγων που διαιωνίζουν τα μεγάλα και μικρά προβλήματα, μεταθέτοντας το βάρος στις επόμενες γενιές.

Η Κύπρος έχει γεωστρατηγικούς, πολιτικούς, οικονομικούς και κοινωνικούς λόγους να εργαστεί ως έγκυρος συνομιλητής για το μέλλον της Ευρώπης με τις κυβερνήσεις και τα πολιτικά ρεύματα που προσανατολίζονται στη βαθύτερη ενοποίηση. Αυτό σημαίνει κατάθεση θέσεων στα θεσμικά όργανα, ανάληψη και συμμετοχή σε πρωτοβουλίες διαλόγου, συγκρότηση δικτύων πολιτικών, κοινωνικών και πνευματικών προσωπικοτήτων, ανάπτυξη μιας υγιούς πλατφόρμας διαλόγου με την κοινή γνώμη στην Κύπρο.

Η Κύπρος θα πρέπει να συμμετάσχει ενεργά και δημιουργικά στη νέα πορεία που διαγράφεται για το μέλλον της Ε.Ε., λειτουργώντας στη βάση του πιο κάτω πλαισίου αρχών-θέσεων:

  • Εθελούσια και χωρίς μελλοντικούς αποκλεισμούς συγκρότηση ενός πυρήνα κρατών μελών της ΕΕ για βαθύτερη οικονομική ενοποίηση (δημοσιονομική ένωση, διορισμός Υπουργού Οικονομικών, κοινός φορολογικός και ενισχυμένος αναδιανεμητικός προϋπολογισμός για πραγματική σύγκλιση σε τομείς ανάπτυξης και κάλυψης περιφερειακών και τοπικών κοινωνικών ανισοτήτων). Η Κύπρος έχει στρατηγικό συμφέρον να προσανατολιστεί στην συμμετοχή στον πυρήνα, εγκαταλείποντας προοδευτικά μη βιώσιμες για το μέλλον επιλογές που έγιναν χάριν πρόσκαιρων ωφελημάτων σε επιμέρους τομείς και συμφέροντα.
  • Επέκταση της «κοινοτικής μεθόδου» λήψης αποφάσεων με ισχυροποίηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του μηχανισμού συναπόφασης-δημοκρατικής νομιμοποίησης με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
  • Θεσμική αναβάθμιση του Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ως ταυτόχρονα Προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, απευθείας εκλεγμένου από τους πολίτες, και κατάργηση της εναλλασσόμενης εξάμηνης Προεδρίας του Συμβουλίου.
  • Προοδευτική συγκρότηση Κοινής Άμυνας, με σώματα δυνάμεων και κοινές υποδομές βιομηχανίας για αντιμετώπιση των εσωτερικών και εξωτερικών απειλών, στη βάση της ρήτρας αμοιβαίας συνδρομής.
  • Ανάπτυξη της Ενιαίας Αγοράς Ενέργειας και ενίσχυση των κοινοτικών προϋπολογισμών σε διευρωπαϊκά δίκτυα μεταφορών και τεχνολογίας.
  • Ενίσχυση της ευρωπαϊκής ιθαγένειας, των εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων, περαιτέρω ανάπτυξη κινήτρων κινητικότητας και εδραίωση της Ενιαίας Εσωτερικής Αγοράς, με την κατάργηση υφιστάμενων εμποδίων στην άσκηση των κοινοτικών ελευθεριών, ιδίως στον τομέα των υπηρεσιών, και διαμόρφωση κοινών επαγγελματικών προτύπων.
  • Συνταγματική κατοχύρωση ισοσκελισμένων προϋπολογισμών σε όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ.
  • Ανάπτυξη Κοινής Μεταναστευτικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασύλου, με κανόνες ισότιμης κατανομής βαρών και μετεγκατάστασης.

 

 

(Γ) Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης

Η Δημοκρατία για να λειτουργήσει σωστά και να εκπληρώσει τους στόχους της έχει ανάγκη την έγκυρη πληροφόρηση του πολίτη για όλα τα θέματα που αφορούν μια κοινωνία. Η Δημοκρατία έχει ανάγκη από την αλήθεια σε όλο το εύρος και το πλάτος της, και η  πολύπλευρη ενημέρωση έχει ανάγκη από την αλήθεια στον μεγαλύτερο  δυνατό βαθμό. Η παραπληροφόρηση, οι ψευδείς ειδήσεις και  η προπαγάνδα  αποτελούν συνήθεις εκφάνσεις της προσπάθειας για χειραγώγηση της κοινής γνώμης. Οι διασυνδέσεις, που συχνά εντοπίζεται ότι υπάρχουν μεταξύ πολιτικών και οικονομικών παραγόντων με ΜΜΕ, δημιουργούν εύλογες επιφυλάξεις  για την ποιότητα της ενημέρωσης.

Σε συνθήκες ραγδαίας εξέλιξης της τεχνολογίας και της άμεσης ενημέρωσης με ήχο και εικόνα, η δημοσιογραφία οφείλει να είναι υπεύθυνη και η πληροφόρηση αντικειμενική. Στην Κύπρο έχουμε πολυφωνία, ενώ οι πηγές ενημέρωσης έχουν πολλαπλασιαστεί με την  ανάπτυξη  της ηλεκτρονικής δημοσιογραφίας και του διαδικτύου. Το κυρίαρχο ζήτημα είναι πώς προστατεύεται ο πολίτης, και κατ’ επέκταση η ίδια η Δημοκρατία, από την ανεύθυνη δημοσιογραφία, την κατευθυνόμενη ενημέρωση, τη διαστρέβλωση ειδήσεων. Η Αρχή Ραδιοτηλεόρασης, η οποία εξετάζει υποθέσεις  αυτεπάγγελτα καθώς και μετά από καταγγελία, δεν μπορεί να ασχοληθεί με την έντυπη δημοσιογραφία, ούτε με το διαδίκτυο. Είναι επίσης περιορισμένος ο έλεγχος που μπορεί να ασκήσει στο ΡΙΚ, γιατί η δημόσια ραδιοτηλεόραση έχει δικό της κώδικα δεοντολογίας. Μπορεί να ελέγξει επιμέρους θέματα όπως είναι η πολιτική διαφήμιση. Υπάρχει επομένως ανάγκη επέκτασης των εξουσιών μιας αρχής που ελέγχει τα ΜΜΕ.

Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας  εξετάζει καταγγελίες πολιτών , ενίοτε και αυτεπάγγελτα, από όλα τα ΜΜΕ (συμπεριλαμβανομένου και του διαδικτύου). Η αυτορρύθμιση είναι για την Επιτροπή η καλύτερη απάντηση για τις παραβιάσεις. Ενδεχομένως, μια προσαρμογή στις συνθήκες και στα φαινόμενα του σήμερα να είναι η συρρύθμιση, δηλαδή η επέκταση των εξουσιών της Επιτροπής ώστε, εκεί που υπάρχει επανάληψη παραβιάσεων των κανόνων δεοντολογίας, τότε οι υποθέσεις αυτές να παραπέμπονται σε δευτεροβάθμιο όργανο που να  επιβάλλει ποινές.

Το σημαντικότερο είναι οι αλλαγές που ετοιμάζονται στη νομοθεσία να προωθηθούν πράγματι και να ολοκληρωθούν το αργότερο μέσα στο 2018, και να κατοχυρώνουν τα εξής:

  • Ο περί Τύπου Νόμος να προνοεί τον διορισμό Επιτρόπου για τα ΜΜΕ.
  • Η δημοσιογραφία να κατοχυρωθεί ως λειτούργημα, με την παράλληλη θεσμοθέτηση της άδειας ασκήσεως επαγγέλματος για τους δημοσιογράφους.
  • Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας να κατοχυρωθεί νομικά.

 

 

ΙΙΙ. Οικονομία και ανάπτυξη

Η κυπριακή οικονομία δείχνει σημάδια ανάκαμψης μετά τη μεγάλη οικονομική κρίση. Παραμένει όμως ζητούμενο το κατά πόσον αυτή η ανάκαμψη στηρίζεται πάνω σε γερές βάσεις. Δηλαδή, (α) αν είναι αποτέλεσμα σχεδιασμού, (β) αν στηρίζεται σε σταθερές, υγιείς και μακρόπνοες βάσεις, και (γ) αν έχει εμπράγματο θετικό αντίκτυπο, με άλλα λόγια αν διαχέεται σε όλο το εύρος της κοινωνίας, ή περιορίζεται σε συγκεκριμένες  οικονομικές ομάδες και στρώματα του πληθυσμού.

Η οικονομική κρίση θα μπορούσε να αποτελέσει την αφετηρία για σοβαρούς σχεδιασμούς. Κορυφαίοι οικονομολόγοι της Ε.Ε., της ΕΚΤ και του ΔΝΤ συνέκλιναν σε ελάχιστες μεταρρυθμίσεις οι οποίες θα έπρεπε να προωθηθούν άμεσα. Δυστυχώς αυτό δεν έγινε:

(α) Αναδιοργάνωση, εξορθολογισμός και εκσυγχρονισμός της Δημόσιας Υπηρεσίας και της δομής-λειτουργίας των Υπουργείων, αξιολόγηση Δημόσιας Υπηρεσίας και νέο σύστημα προαγωγών. Σε αυτόν τον  τομέα έχουν γίνει ελάχιστα, τα περισσότερα εικονικά ή απλώς δημοσιονομικού προσανατολισμού.

(β) Μεταρρύθμιση της τοπικής αυτοδιοίκησης, όπου δυστυχώς επιλέχτηκε η μελέτη των Ιταλών αντί εκείνης των Βρετανών, αλλά και πάλιν ούτε καν αυτή δεν προχώρησε.

(γ) Σταδιακή αποστασιοποίηση του κράτους από επιχειρηματικές δραστηριότητες. Έχουν γίνει ελάχιστα, ενώ σε τομείς που θα έπρεπε να έχουν προτεραιότητα, όπως οι τηλεπικοινωνίες, η πρόοδος είναι ακόμη πιο βραδεία.

(δ) Φορολογική μεταρρύθμιση. Σε επίπεδο κρατικών δομών προωθήθηκε, αλλά σε επίπεδο φορολογουμένων υπάρχουν σοβαρές στρεβλώσεις, που εμποδίζουν την εγχώρια ανάπτυξη. Για παράδειγμα, οι εγχώριες εταιρείες, εκτός από το 12% φόρο που πληρώνουν οι ξένες εταιρείες, πληρώνουν επιπλέον 17% επί του 75% των αδιανέμητων κερδών. Αυτό συνιστά δυσμενή διάκριση που αναλογεί στις διομολογήσεις του 19ου και του πρώτου μισού του 20ου αιώνα, και σαφέστατα παρεμποδίζει την ανάπτυξη των εγχώριων εταιρειών.

Επιπλέον, σε μια σειρά από άλλες μεταρρυθμίσεις που θεωρούνται ζωτικής σημασίας από τους οικονομολόγους, είτε δεν γίνονται κινήσεις, είτε αυτές είναι προς λανθασμένη κατεύθυνση. Τέτοια ακινησία ή ελλιπής δράση παρατηρείται σε τομείς όπως η βραδυφλεγής βόμβα των «κόκκινων δανείων», η ανάκτηση του χαμένου πλούτου του κράτους από τη διάσωση του Συνεργατισμού, η διαφάνεια των οικονομικών των κομμάτων, και ο καθορισμός ανώτατου ποσοστού του ΑΕΠ που θα δαπανάται στην προνοιακή πολιτική ώστε να αποφευχθεί η υπονόμευση της ανάπτυξης και ο περιορισμός των πελατειακών σχέσεων.

Όλα δείχνουν ότι η ανάκαμψη στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά σε δημοσιονομικές προσαρμογές και σε συγκυριακές και ευκαιριακές πολιτικές, γι’ αυτό και δεν έχει υγιείς και σταθερές βάσεις που να δημιουργούν μακροπρόθεσμες  προοπτικές οικονομικής σταθερότητας. Από την φύση της, η παρούσα φάση οικονομικής ανάπτυξης εμπεριέχει ισχυρά στοιχεία τα οποία, υπό κάποιες συνθήκες και συγκυρίες, θα επαναφέρουν τη χώρα σε κατάσταση οικονομικής στασιμότητας.

Πιο συγκεκριμένα, η οικονομική ανάπτυξη στηρίζεται κυρίως:

(α) Στη συγκυριακή αύξηση του τουρισμού, λόγω της πολιτικής αστάθειας σε αρκετούς μεσογειακούς προορισμούς.

(β) Στη μερική ανάκαμψη του τομέα των κατασκευών, λόγω της ζήτησης κατοικιών από  υπηκόους τρίτων χωρών, προκειμένου να έχουν τη δυνατότητα να αγοράσουν την κυπριακή υπηκοότητα ή να αποκτήσουν το δικαίωμα παραμονής.

(γ) Στη μερική ανάκαμψη του ενδιαφέροντος εγγραφής και διαχείρισης εταιρειών, λόγω των χαμηλών φορολογικών συντελεστών. Αυτές οι εταιρείες έχουν, κατά κανόνα, το πεδίο δραστηριότητας τους το εξωτερικό.

Είναι προφανές ότι υπάρχει έλλειψη μακρόπνοου σχεδιασμού της οικονομίας, επικίνδυνη εξάρτηση σχεδόν αποκλειστικά από τον τομέα των υπηρεσιών, και αναιμική επένδυση σε τομείς που θα λειτουργούσαν πιο σταθερά στη σφαίρα της πραγματικής οικονομίας.

Διατηρούμε στην Ε.Ε. μια από τις χαμηλότερες θέσεις στις επενδύσεις στον τομέα της έρευνας, των νέων τεχνολογιών, της εκπαίδευσης, της υγείας, των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, του πολιτισμού, δηλαδή σε τομείς που θα αλληλεπιδρούσαν ευεργετικά με τους παραδοσιακούς και θα διασφάλιζαν μιαν πιο υγιή και σταθερή οικονομική ανάπτυξη.

Πιο συγκεκριμένα, η Κυπριακή Δημοκρατία βρίσκεται στην τελευταία θέση στην Ευρώπη, όσον αφορά τις δαπάνες για την έρευνα/ανάπτυξ,  με ένα 0.48% του ΑΕΠ, μαζί με τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία, έναντι του ευρωπαϊκού μέσου όρου 2%. Ακόμα πιο λυπηρό είναι το γεγονός πως το 75% των δαπανών για την έρευνα/ανάπτυξη εξασφαλίζεται από τα πανεπιστήμια – κυρίως από το Πανεπιστήμιο Κύπρου – μέσω ανταγωνιστικών προγραμμάτων, ενώ μόνο το υπόλοιπο 25% προέρχεται από το κράτος και τον ιδιωτικό τομέα.  Όπως είναι γνωστό, βέβαια, χωρίς έρευνα/ανάπτυξη δεν μπορούν να αναπτυχθούν η καινοτομία, επιχειρηματικότητα, ανταγωνιστικότητα  και η απασχολησιμότητα,  κάτι απαραίτητο για να  αντιμετωπιστεί το υψηλό ποσοστό ανεργίας ανάμεσα στους νέους και η εκ μέρους τους αναζήτηση εργασίας στο εξωτερικό.

Το κράτος, εκτός από το να επενδύει το ίδιο σε αυτούς τους τομείς, θα πρέπει να λειτουργεί και ως εργαλείο ενθάρρυνσης και διευκόλυνσης ιδιωτικών επενδύσεων, σε συνάρτηση με διεθνείς οργανισμούς και επενδυτές που διαθέτουν πόρους και τεχνογνωσία. Για να γίνουν πραγματικότητα τέτοιες επενδύσεις (π.χ. τεχνολογικό πάρκο, ενεργειακό κέντρο, μεγάλες επενδύσεις στην πράσινη ενέργεια κλπ.), απαιτείται πρώτα απ’ όλα ένα σύγχρονο κράτος, απαλλαγμένο από τη γραφειοκρατία και την ημιμάθεια. Ένα κράτος που θα δημιουργήσει φιλικό επενδυτικό και επιχειρηματικό πλαίσιο για μεγάλους «παίχτες».

Η οικονομική ανάπτυξη και η παραγωγή  πλούτου έχουν νόημα όταν υπηρετούν την ευημερία και την κοινωνική πρόοδο όλων των παραγωγικών τάξεων, και όχι μόνο μερίδας των επιχειρηματικών στρωμάτων. Δυστυχώς, τα αποτελέσματα της όποιας οικονομικής ανάπτυξης και πρόσθετης παραγωγής πλούτου, στα χρόνια που ακολούθησαν την κορύφωση της οικονομικής κρίσης, έχει συγκεντρωθεί σε ένα μικρό μέρος της κοινωνίας, καθιστώντας έτσι την κατανομή του εθνικού πλούτου πιο άδικη και άνιση. Αυτό καθιστά ακόμη πιο επείγουσα την ανάγκη συνομολόγησης ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου μεταξύ των κοινωνικών εταίρων, το οποίο θα προσδιορίζει τις κατευθυντήριες αρχές αναφορικά με τα ζητήματα διανομής και αναδιανομής του κοινωνικού πλούτου κατά την επόμενη δεκαετία, και που θα στοχεύει στη συλλογική ευημερία και εξάλειψη των φαινομένων φτώχειας και οικονομικού αποκλεισμού.

Όλα τα πιο πάνω έχουν μεγάλη σημασία, είναι απαραίτητες προϋποθέσεις, αλλά όχι επαρκείς για μια σημαντική και συνολική οικονομική ανάπτυξη. Αυτή είναι εφικτή σε μιαν επανενωμένη Κύπρο, που θα αξιοποιεί όλες τις δυνάμεις του νησιού και θα επιστρατεύει τους πόρους του στη σχεδιασμένη ευημερία όλων των πολιτών της. Η επίλυση του Κυπριακού θα απελευθερώσει τις παραγωγικές δυνάμεις, τους πόρους και τις δυνατότητες που σήμερα είναι εγκλωβισμένες, καθιστώντας την Κύπρο κέντρο ενεργειακών δραστηριοτήτων, ναυτιλίας, αεροπορικών εταιρειών και διεθνών μεταφορών, περιφερειακών επιχειρηματικών δραστηριοτήτων και ενοποιημένων εκπαιδευτικών, τουριστικών και άλλων δραστηριοτήτων.

 

  1. IV. Κράτος, Πολιτεία και Διοίκηση

(Α) Το κομματικό σύστημα και ο πολιτικός λόγος

Καμιά πολιτεία δεν μπορεί να υπερηφανεύεται για τις συλλογικές της κατακτήσεις, αν τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του πολιτικού της συστήματος παραμένουν περίπου στάσιμα για δεκαετίες. Πολύ περισσότερο όταν η γνώση και η ωρίμανση της κοινωνίας προχωρούν και απαιτούν περισσότερα. Σε όλες τις ανεπτυγμένες χώρες, με πρωταγωνιστή την Ε.Ε., η απαίτηση για βελτίωση των δεικτών του πολιτικού και κομματικού συστήματος, αλλά και η εξυγίανση των σχέσεων μεταξύ κομμάτων και λειτουργίας του κράτους, αποτελούν σταθερή προτεραιότητα της κοινωνίας.

Είναι γνωστά τα χαρακτηριστικά λειτουργίας του ελληνοκυπριακού κομματικού συστήματος σε συνάρτηση με το κράτος και τις πολιτειακές λειτουργίες. Η σχέση κομμάτων και κράτους αποτελεί έναν τομέα στον οποίο έχουν πραγματοποιηθεί τα μικρότερα δυνατά βήματα εκσυγχρονισμού, από το 1974 μέχρι σήμερα. Ο ασφυκτικός έλεγχος των πάντων από τα κόμματα μπορεί να συντηρεί τα ίδια μέσω των πελατειακών σχέσεων, συντηρεί όμως μια νοσηρή κατάσταση για την κοινωνία, απομακρύνει από τα πρότυπα της Ευρώπης, δημιουργεί στρεβλώσεις σε όλους τους άλλους τομείς, θέτει στο περιθώριο ή διώχνει εκτός Κύπρου νέους με προσόντα και συντηρεί την αναξιοκρατία. Όλα αυτά εμποδίζουν συνολικά την κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη.

Μια από τις σημαντικές στρεβλώσεις που δημιουργεί η χαμηλή ποιότητα του πλαισίου κομματικής λειτουργίας είναι και η αδυναμία προώθησης της κοσμικότητας του κράτους. Το σύνολο του πολιτικού προσωπικού είναι σε θέση να αντιληφθεί ότι κάθε άλλο παρά σύγχρονο είναι ένα κράτος στο οποίο η εκκλησία λειτουργεί ως το μεγαλύτερο κόμμα, έχει λόγο στη διαχείριση του Κυπριακού και όλων των εσωτερικών ζητημάτων, διορίζει, προάγει, αναστέλλει την εφαρμογή νόμων με μια δήλωση του Αρχιεπισκόπου, και «υποχρεώνει» τον Πρόεδρο και το Υπουργικό Συμβούλιο σε έκνομη υπακοή. Παρόλα αυτά, επειδή οι πελατειακή δυναμική είναι πλέον σύμφυτο χαρακτηριστικό του κομματικού συστήματος, το μεγαλύτερο μέρος του πολιτικού προσωπικού και τον κομμάτων προτιμά την εξασφάλιση της εύνοιας της εκκλησίας παρά την προώθηση πολιτικών εκκοσμίκευσης του κράτους.

Προκειμένου να καταστεί εφικτή η σταδιακή εξυγίανση της σχέσης των κομμάτων με το κράτος, θα πρέπει να γίνουν κάποια ελάχιστα και αυτονόητα για ευρωπαϊκές χώρες βήματα: (α) Θεσμική αλλαγή του συστήματος διορισμών στα διοικητικά συμβούλια οργανισμών και  ανεξάρτητων αξιωματούχων. Είναι συνταγματικό προνόμιο του εκάστοτε Προέδρου αυτοί οι διορισμοί, αλλά υπάρχουν συμβατοί με το σύνταγμα τρόποι ο ίδιος να δεσμεύεται στις επιλογές του από κριτήρια που μπορούν να κατοχυρωθούν νομικά. (β) Ενεργοποίηση της κοινωνίας των πολιτών στοχευμένα, προκειμένου να ασκηθεί πίεση ώστε να δεσμευτούν τα κόμματα για αλλαγή του νομικού πλαισίου. (γ) Επικουρική παρέμβαση των συνδικαλιστικών οργανώσεων και του επιχειρηματικού κόσμου για αλλαγή του νομικού πλαισίου, από τη στιγμή που η αναξιοκρατία στον δημόσιο τομέα πλήττει καίρια την ανάπτυξη του ιδιωτικού. (δ) Αυστηροποίηση του νομικού πλαισίου κατά της διαφθοράς, η οποία αποτελεί κίνητρο για τους μη άξιους να επιδιώκουν μέσω των κομμάτων την αναρρίχηση σε θέσεις προαγωγής ή σε διοικητικά συμβούλια. (ε) Ρύθμιση της χρηματοδότησης των πολιτικών κομμάτων και νομοθετική κατοχύρωση της διαφάνειας στη χρηματοδότηση αυτή, σύμφωνα και με τις οδηγίες της Ομάδας Κρατών Ενάντια Στη Διαφθορά, του Συμβουλίου της Ευρώπης (GRECO). (στ) Επίσπευση των διαδικασιών για προώθηση της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης.

Σε αντίθετη περίπτωση, η ανησυχητική απαξίωση της πολιτικής ζωής από τους πολίτες θα οδηγήσει σε δυσάρεστες αρρυθμίες και παρενέργειες, από τις οποίες η παθητική αποχή μεγάλου τμήματος πολιτών από τις εκλογικές διαδικασίες δεν θα είναι η χειρότερη.

 

(Β) Κράτος και φαινόμενα διαφθοράς

Βασικό γνώρισμα των ανεπτυγμένων δημοκρατικών κοινωνιών είναι τα υψηλά επίπεδα ευνομίας: όχι μόνο η δημοκρατική θέσπιση αλλά και η αποτελεσματική εφαρμογή και τήρηση ενός ολοκληρωμένου και επαρκούς συστήματος κανόνων.

Μια από τις σημαντικότερες πτυχές της ευνομίας είναι τα χαμηλά επίπεδα διαφθοράς, δηλαδή της κατάχρησης, για ιδιωτικό όφελος, κρατικής ή άλλης δημόσιας εξουσίας από αυτούς που ορίζονται για να την ασκούν.

Στην Κύπρο η διαφθορά βρίσκεται αναμφίβολα σε μη αποδεκτά επίπεδα, όπως καθίσταται πασιφανές από την πληθώρα των υποθέσεων που, ιδιαίτερα τον τελευταίο καιρό, βλέπουν το φώς της δημοσιότητας και καταλήγουν στα δικαστήρια. Η προσοχή της κοινωνίας τείνει να εστιάζει στα μεγάλα σκάνδαλα οικονομικής διαπλοκής ανάμεσα σε υψηλόβαθμους αξιωματούχους και ισχυρά ιδιωτικά συμφέροντα. Δεν πρέπει όμως με κανένα τρόπο να υποτιμάται η μικρότερης κλίμακας διαφθορά, όπως τα φαινόμενα της ευνοιοκρατίας, του ρουσφετιού, των  μικροεξυπηρετήσεων, στη βάση του κομματικού δεσμού, της συγγένειας ή της φιλίας. Το φαινόμενο αυτό, που έχει πάρει διαστάσεις κοινωνικής επιδημίας, απευαισθητοποιεί τις συνειδήσεις ενώ ταυτόχρονα δημιουργεί πυκνά δίκτυα εξαρτήσεων, αποτελώντας έτσι ένα ευνοϊκό περιβάλλον για την ανάπτυξη και των σοβαρότερων κρουσμάτων διαφθοράς.

Στην προσπάθεια για τον εκσυγχρονισμό της ελληνοκυπριακής κοινωνίας η καταπολέμηση της διαφθοράς όλων των ειδών είναι θέμα ύψιστης προτεραιότητας. Για τον σκοπό αυτό, θα πρέπει να ενισχυθούν δράσεις γρήγορου αποτελέσματος αλλά και μακράς πνοής,  καταστολής αλλά και πρόληψης. Τέτοιες δράσεις αφορούν, κατά κύριο λόγο τα εξής:

  • Διασφάλιση της ανεξαρτησίας, της ακεραιότητας και της αποτελεσματικότητας των εποπτικών, καταγγελτικών και δικαστικών θεσμών του κράτους (ιδιαίτερα της Ελεγκτικής Υπηρεσίας, των υπηρεσιών εσωτερικού ελέγχου της δημόσιας διοίκησης, της Νομικής Υπηρεσίας – Αστυνομίας, των δικαστηρίων και της Κεντρικής Τράπεζας).
  • Υιοθέτηση των υποδείξεων ευρωπαϊκών και διεθνών οργανισμών για την καταπολέμηση της διαφθοράς (INDEX), που δυστυχώς κατατάσσουν την Κύπρο αρκετά χαμηλά σε αυτόν τον τομέα.
  • Αποτελεσματική εφαρμογή του πόθεν έσχες για τους πολιτειακούς και ανώτερους διοικητικούς αξιωματούχους, η οποία να περιλαμβάνει την υποβολή δηλώσεων για τα περιουσιακά στοιχεία συζύγων και τέκνων, τον έλεγχο των δηλώσεων αυτών και τη δημοσιοποίηση τους.
  • Θέσπιση και εφαρμογή σαφών κωδίκων επαγγελματικής ηθικής και δεοντολογίας σε κάθε οργανισμό του δημοσίου.
  • Συστηματική εκπαίδευση του συνόλου του προσωπικού των δημόσιων οργανισμών σε θέματα επαγγελματικής ηθικής και δεοντολογίας.
  • Προώθηση στη δημόσια σφαίρα της σοβαρής – μη σκανδαλοθηρικής – συζήτησης των θεμάτων που άπτονται της διαφθοράς στην κοινωνία μας.
  • Ανασχεδιασμό του εκπαιδευτικού μας συστήματος, με τρόπο που να δίνεται μεγαλύτερη έμφαση στη διαμόρφωση υπεύθυνων, ευσυνείδητων, κριτικά σκεπτόμενων μελών μιας σύγχρονης δημοκρατικής κοινωνίας, από την προσχολική μέχρι την πανεπιστημιακή εκπαίδευση.

Οι δράσεις αυτές θα πρέπει να έχουν ως μακροπρόθεσμο στόχο την εμπέδωση στην κυπριακή κοινωνία μιας κουλτούρας ακεραιότητας και ευνομίας, ανάλογης με αυτήν που είναι σήμερα υπαρκτή στις χώρες που προηγούνται σταθερά στις διεθνείς συγκριτικές μετρήσεις διαφθοράς.

Ας σημειωθεί ότι σοβαρές επιπτώσεις για την κοινωνία έχουν και φαινόμενα κατάχρησης εξουσίας σε ιδιωτικούς οργανισμούς, ιδιαίτερα εκ μέρους διοικητικών συμβουλίων, ή υπηρεσιακών στελεχών ιδιωτικών οργανισμών που έχουν βαρύνουσα οικονομική και κοινωνική σημασία, όπως οι μεγάλες τράπεζες. Η εξυγίανση του κράτους και η μετατροπή του σε ατμομηχανή διαφάνειας και καταπολέμησης της διαφθοράς θα συμβάλει δραστικά στον περιορισμό και στην καταπολέμησή της και στον ιδιωτικό τομέα.

 

(Γ) Δημόσια Διοίκηση

Ο εκσυγχρονισμός της δημόσιας διοίκησης – τόσο του κεντρικού κρατικού μηχανισμού, που περιλαμβάνει και τις αποκεντρωμένες επαρχιακές διοικήσεις, όσο και της τοπικής αυτοδιοίκησης – είναι κεφαλαιώδους σημασίας για την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη και πρόοδο. Παράλληλα με τον στόχο για χρηστή και αδιάφθορη δημόσια διοίκηση, υπάρχουν δύο βασικά ζητούμενα: Η διοίκηση να είναι (α) αποτελεσματική και αποδοτική, και (β) πολιτοκεντρική.

(α) Η δημόσια διοίκηση θα πρέπει να προσλάβει πιο έντονα τα χαρακτηριστικά της ευελιξίας και της επιτελικής νοοτροπίας. Ένας σύγχρονος κρατικός μηχανισμός δεν θα πρέπει να αρκείται στη διεκπεραίωση, με προδιάθεση παθητικής υλοποίησης των προνοιών του νόμου ή των εντολών του πολιτικού προσωπικού. Δίπλα στη λειτουργία εφαρμογής πολιτικών θα πρέπει ν αναπτυχθεί το κύτταρο της δημιουργικότητας και της επιτελικότητας. Η δημόσια διοίκηση δεν θα πρέπει να αυτοπεριορίζεται στην συχνά τυπολατρική τήρηση των κανόνων, σε μια αμυντική προσπάθεια ελαχιστοποίησης του ρίσκου διάπραξης λαθών, αλλά να στοχεύει – αναμφίβολα εντός του πλαισίου των κανόνων – στην καλύτερη δυνατή επίτευξη κοινωνικά ωφέλιμων αποτελεσμάτων. Επιπλέον, θα πρέπει να παράγει τα αποτελέσματα αυτά αξιοποιώντας ανθρώπινο δυναμικό και υλικούς πόρους με τον πιο αποδοτικό τρόπο. Η κυπριακή δημόσια διοίκηση είναι πλέον αναγκαίο να έχει την ικανότητα να δρα αποτελεσματικά και αποδοτικά όχι απλώς ως ο διοικητικός μηχανισμός του κυπριακού κράτους αλλά ως αναπόσπαστο μέρος του πολύ πιο μεγάλου, πολύπλοκου και απαιτητικού διοικητικού πλαισίου της ΕΕ.

(β) Η διοίκηση επιβάλλεται να εγκαταλείψει την παραδοσιακή, γραφειοκρατική και αυταρχική νοοτροπία, σύμφωνα με την οποία τα μέλη της κοινωνίας είναι απλώς «διοικούμενοι» που πρέπει να υπακούουν αγόγγυστα στις όποιες εντολές της και να είναι ευχαριστημένοι και ευγνώμονες για τις όποιες υπηρεσίες θελήσει να τους προσφέρει. Επίσης, δεν θα πρέπει να περιοριστεί στα θετικά μεν αλλά αποσπασματικά και μονόπλευρα στοιχεία του νεώτερου μοντέλου, γνωστού ως «Νέο Δημόσιο Μάνατζμεντ», το οποίο βλέπει τους πολίτες απλώς ως πελάτες-καταναλωτές των υπηρεσιών της διοίκησης, και τους οποίους η τελευταία καλείται να ικανοποιήσει κατά το υπόδειγμα των ιδιωτικών επιχειρήσεων. Οι πιο πρόσφατες προσεγγίσεις σχετικά με τη δημόσια διοίκηση, οι οποίες αναπτύσσονται και κερδίζουν έδαφος τα τελευταία χρόνια κατά κύριο λόγο  στους κόλπους της ΕΕ και συνήθως αναφέρονται ως «Νέα Δημόσια Διακυβέρνηση», είναι πιο ολοκληρωμένες και, κυρίως, πιο ευαίσθητες στις ανάγκες και στις απαιτήσεις μιας σύγχρονης, εκδημοκρατισμένης κοινωνίας. Το νέο αυτό μοντέλο δημόσιας διοίκησης αντιμετωπίζει το μέλος της κοινωνίας, πέρα από διοικούμενο και πελάτη, πρώτιστα ως πολίτη – ως την πηγή της δημοκρατικής νομιμοποίησης της εξουσίας του κράτους και, φυσικά, της ίδιας της διοίκησης. Με βάση την αντίληψη αυτή, κατά τη διαμόρφωση πολιτικών και τρόπων υλοποίησης τους στους τομείς της αρμοδιότητας τους, οι οργανισμοί του δημοσίου επιδιώκουν, πέρα από τον κατάλληλο συντονισμό με όλους τους άλλους εμπλεκόμενους φορείς του δημοσίου, και την ενεργό εμπλοκή και συνεργασία όλων των ενδιαφερόμενων τμημάτων της κοινωνίας (ομάδες ή οργανώσεις πολιτών, ΜΚΟ, κοινότητες, ιδιωτικούς οργανισμούς κ.α.). Μέσω οριζόντιων διαβουλεύσεων με όλους τους ενδιαφερομένους στοχεύουν, στο κάθε υπό συζήτηση θέμα, στη δημιουργία εκείνου του βαθμού συναντίληψης και συναίνεσης που θα διασφαλίζει ότι οι τελικές αποφάσεις θα είναι όσο το δυνατό πιο κοντά στις ανάγκες της κοινωνίας, πιο κατανοητές και αποδεκτές από τους πολίτες, και πιο εφαρμόσιμες.

Για την προώθηση μιας τέτοιας αποτελεσματικής, αποδοτικής και πολιτοκεντρικής δημόσιας διοίκησης απαιτούνται σοβαρές μεταρρυθμιστικές προσπάθειες προς κατευθύνσεις όπως οι ακόλουθες:

  • Κατάλληλες αναδιαρθρώσεις υπουργείων, Τμημάτων και Υπηρεσιών με στόχο τον εξορθολογισμό των οργανωτικών δομών της διοίκησης.
  • Εξορθολογισμός των διαδικασιών, ιδιαίτερα εκείνων που αφορούν την άμεση παροχή υπηρεσιών προς τους πολίτες, σε συνάρτηση με τη μεγαλύτερη δυνατή ψηφιοποίηση τους.
  • Υιοθέτηση από την Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας σύγχρονων μεθόδων αξιολόγησης αιτητών για πρόσληψη ή προαγωγή.
  • Εφαρμογή ευέλικτων μορφών τοποθέτησης προσωπικού (π.χ., εναλλαξιμότητα) με στόχο την όσο το δυνατό πιο ορθολογική αξιοποίηση του προσωπικού.
  • Εισαγωγή καταλληλότερων συστημάτων και μεθόδων διαχείρισης της απόδοσης (περιλαμβανομένης και της αξιολόγησης και ανάπτυξης προσωπικού) και συστηματική κατάρτιση των διευθυντικών στελεχών όλων των επιπέδων στο θέμα αυτό.
  • Εφαρμογή σύγχρονων εργαλείων αξιολόγησης δημόσιων οργανισμών.
  • Συνεχής, συστηματική ανάπτυξη διευθυντικών ικανοτήτων σε σημαντικούς τομείς όπως η ηγεσία, ο στρατηγικός σχεδιασμός, ο συντονισμός, η διαπραγμάτευση, η διαχείριση της γνώσης και της μάθησης, η διοίκηση προσωπικού και η διαχείριση αλλαγών.

Οι πιο πάνω προτάσεις για τη δημόσια διοίκηση ισχύουν επίσης, τηρουμένων των αναλογιών, τόσο για τις Ανεξάρτητες Υπηρεσίες όσο και για τους Ημικρατικούς Οργανισμούς. Αναφορικά δε με τους τελευταίους, πρέπει να προστεθεί και η τεράστια ανάγκη να υιοθετηθούν και να εφαρμοστούν στην πράξη ορθολογικά κριτήρια για τον διορισμό καθώς και αρχές για τον τρόπο λειτουργίας των Διοικητικών τους Συμβουλίων.

 

  1. V. Παιδεία – Εκπαίδευση, Πολιτισμός

(Α) Παιδεία – Εκπαίδευση

Προκειμένου η Δημόσια Εκπαίδευση να μπορέσει να αποκτήσει τον λειτουργικό χαρακτήρα που της αναλογεί μέσα στη σημερινή κοινωνία – «συμπαρασύροντας» και την ιδιωτική – θα πρέπει να υποστεί τρεις σημαντικές αλλαγές:

(α) Να σταματήσει να υπηρετεί ιδεολογήματα που ανταποκρίνονται στις ανάγκες άλλων εποχών και κοινωνιών, και να αναπροσαρμόσει ριζικά τις δομές και τα αναλυτικά της προγράμματα στη βάση των σημερινών και αυριανών αναγκών της κοινωνίας, στη βάση των σχεδιασμών για το είδος του πολίτη που θέλει να δημιουργήσει για το αύριο. Παράλληλα, επείγει ο εκσυγχρονισμός των παιδαγωγικών πρακτικών, ώστε αυτές να ανταποκρίνονται στην καλλιέργεια των απαιτούμενων δεξιοτήτων στον 21ο αιώνα. Η συντήρηση των ιδεολογημάτων ως κυρίαρχων οδηγών στη δόμηση και στο περιεχόμενο της εκπαίδευσης διατηρεί μια επίφαση «αποστολής» στο φαίνεσθαι της εκπαίδευσης, την ώρα ακριβώς που εξυπηρετεί ό,τι πιο νοσηρό στο είναι της (κομματισμός, θρησκοληψία, παραπαιδεία κλπ.).

(β) Να αποβάλει τον εθνοκοινοτικό και θρησκευτικό της χαρακτήρα και να γίνει κανονική κοσμική Δημόσια Εκπαίδευση του κυπριακού κράτους. Λόγω του Συντάγματος, η εκπαίδευση είχε χαρακτήρα εθνοκοινοτικό από το 1960, όμως, με την «παραβίαση» του Συντάγματος και τη δημιουργία Υπουργείου Παιδείας το 1965, δεν δικαιολογείται – μισό αιώνα μετά – να συντηρεί τα έντονα εθνοκοινοτικά χαρακτηριστικά στη λειτουργία της εκπαιδευτικής διοίκησης, ενώ προσχηματικά εκφράζει το σύνολο των πολιτών. Συναφώς, η εκπαίδευση θα πρέπει να γίνει κοσμική, μακριά από εθνικοθρησκευτικά χαρακτηριστικά στη δομή, στη λειτουργία και στα αναλυτικά της προγράμματα, και να συντονίσει τον βηματισμό της με την εκπαίδευση των ανεπτυγμένων ευρωπαϊκών κρατών.

(γ) Να απελευθερωθεί από τον έντονα κομματικό χαρακτήρα της διαχείρισης όλων των όψεών της και να ενισχύσει τις ορθολογικές προσεγγίσεις στη διαχείριση του περιεχομένου της και των συντελεστών της. Τα υποσυστήματά της (για παράδειγμα η αξιολόγηση των εκπαιδευτικών και των μαθητών, το σύστημα προαγωγών κλπ.) αποτελούν εστίες σημαντικής παθογένειας και αναχρονισμού. Αυτό δημιουργεί μεγάλα περιθώρια κατάργησης στην πράξη της αξιοκρατίας και δημιουργίας συνθηκών δυσλειτουργίας, με συνέπεια την απαξίωση και τον «αναχωρητισμό» εκ μέρους των αξίων, και στην απόλυτη σχεδόν κυριαρχία των πελατειακών σχέσεων και των ατομικών λύσεων, σε όλα τα επίπεδα.

Παράλληλα με τα πιο πάνω, είναι απαραίτητο η εκπαίδευση – ανταποκρινόμενη στον κρατικό χαρακτήρα της και στις ανάγκες μιας πολυπολιτισμικής κοινωνίας – να ενισχύσει τα διαπολιτισμικά της στοιχεία και τον προσανατολισμό προς την καλλιέργεια της πολιτότητας και της κουλτούρας ειρήνης. Ανεξάρτητα από την πορεία του Κυπριακού, η αναζωογόνηση της Τεχνικής Επιτροπής για την Εκπαίδευση και η ανάληψη δράσεων επικοινωνίας με τους Τουρκοκυπρίους θα πρέπει να γίνει προτεραιότητα του ίδιου του Υπουργείου Παιδείας.

Ένα μέτρο που θα έπρεπε να είχε εισαχθεί στη δημόσια εκπαίδευση από τα πρώτα χρόνια της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι η εκμάθηση στοιχείων έστω της Τουρκικής. Υπάρχουν αρκετοί καθηγητές Τουρκικής γλώσσας με πολύχρονη υπηρεσία στα Λύκεια, οι οποίοι υποαπασχολούνται σήμερα σε διάφορες υπηρεσίες.

Κομβικό σημείο είναι η εκπαίδευση να αποκτήσει τέτοιο χαρακτήρα που να οδηγεί στην καλλιέργεια ταυτότητας ενεργού δημοκρατικού πολίτη, ο οποίος να σέβεται το κράτος, τους θεσμούς, τα ανθρώπινα δικαιώματα, συμβάλλοντας ενεργά στην εδραίωση και  διεύρυνση των οικουμενικών αξιών και του ευρωπαϊκού αξιακού πλαισίου, του ευρωπαϊκού ουμανισμού. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η υφιστάμενη εθνοκεντρική προσέγγιση δεν έχει θέση στα αναλυτικά προγράμματα, όχι μόνο της Ιστορίας, αλλά και άλλων μαθημάτων. Το ίδιο ισχύει και για την ομολογιακή προσέγγιση μέσα από το μάθημα των θρησκευτικών και για την ανάμειξη της εκκλησίας στα της δημόσιας εκπαίδευσης.

Η οπισθοδρόμηση στα αναλυτικά προγράμματα και στον διαχωρισμό του λυκείου σε κλάδους, που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια, δεν οδηγεί μόνο τη δομή, αλλά και το περιεχόμενο της εκπαίδευσης πίσω στη δεκαετία του 1960, μέσα από αντιμεταρρυθμιστικές λογικές ακραίου συντηρητισμού. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι, μεταξύ των πολλών άλλων, αυτή η αντιμεταρρύθμιση οδήγησε στην κατάργηση του μαθήματος της Πολιτικής Αγωγής, τη στιγμή που και το ίδιο το μάθημα και στοιχεία πολιτικής αγωγής σε άλλα μαθήματα θα έπρεπε να ενισχυθούν δραστικά, υπακούοντας στις ρήτρες του Συμβουλίου της Ευρώπης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Δύο τομείς της δημόσιας εκπαίδευσης που χρήζουν περεταίρω προσοχής είναι αυτοί της Τεχνικής-Επαγγελματικής και της Ειδικής Εκπαίδευσης. Για την πρώτη, οι παρούσες υλικοτεχνικές υποδομές δεν επιτρέπουν την ικανοποίηση της αλματώδους ζήτησης που έχει παρουσιαστεί τα τελευταία χρόνια. Παρά την αύξηση του ποσοστού μαθητών που ακολουθούν την Τεχνική-Επαγγελματική Εκπαίδευση στο 20%, η Κύπρος απέχει πολύ από τα ποσοστά ανεπτυγμένων κρατών. Η επίτευξη του διπλασιασμού αυτού του ποσοστού, που είναι ο μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, απαιτεί πολύ πιο τολμηρό επανασχεδιασμό των προσανατολισμών του εκπαιδευτικού μας συστήματος. Για την Ειδική Εκπαίδευση, η ικανοποιητική αντιμετώπιση που τυγχάνει ο τομέας αυτός στη Δημοτική Εκπαίδευση πρέπει να επεκταθεί και στη Μέση, όπου η αξιοποίηση εξειδικευμένου προσωπικού τερματίζεται.

Η Κύπρος, ενώ εξακολουθεί να  συγκαταλέγεται ανάμεσα στις ευρωπαϊκές χώρες με τις υψηλότερες δαπάνες για την εκπαίδευση, οι επιδόσεις των μαθητών τόσο στις εγχώριες εξετάσεις, όσο και σε ευρωπαϊκές ή διεθνείς αξιολογήσεις είναι πολύ χαμηλές. Ίσως δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι μοναδική εξαίρεση αποτελούν οι εξετάσεις TIMMS, στη Δημοτική Εκπαίδευση, αφού εκεί ένα σοβαρό μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα που είχε αρχίσει την προηγούμενη δεκαετία αφέθηκε να ολοκληρωθεί, σε αντίθεση με τη Μέση. Η αντιμεταρρύθμιση στη Μέση Εκπαίδευση τον μόνο δείκτη που έχει επιτύχει να αυξήσει σημαντικά είναι εκείνον της παραπαιδείας.

Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, η μεταρρύθμιση της Δημόσιας Εκπαίδευσης έχει χαρακτήρα επείγοντος. Χωρίς κάτι τέτοιο, η Δημόσια Εκπαίδευση θα είναι παράγοντας  υπονόμευσης κάθε προσπάθεια για μετατροπή της Κύπρου σε κέντρο γνώσης και καινοτομίας, μέσω της ενίσχυσης της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης, των Διεπιστημονικών Ερευνών, και των Ερευνητικών Κέντρων. Μιας ενίσχυσης η οποία θα πρέπει να περάσει και μέσα από τη διεύρυνση της δυνατότητας των δημοσίων πανεπιστημίων να συμμετέχουν δραστικά στους τρόπους επιλογής των φοιτητών τους.

 

(Β) Πολιτισμός

Ο πολιτισμός είναι μια ευρύτατη έννοια η οποία, παρά το εύρος και τη μεγάλη σημασία της, στην Κύπρο αποτελεί τον «φτωχό συγγενή» κάθε πολιτικής αναφοράς. Γι’ αυτό και θα πρέπει να πάψει να ταυτίζεται στα μάτια του πολιτικού προσωπικού με αυτό που ονομάζεται «πολιτιστικές εκδηλώσεις», και να πάρει τη θέση που της αξίζει στην πολιτειακή λειτουργία.

Προκειμένου να επιτευχθεί κάτι τέτοιο, θα πρέπει να υπάρξει σοβαρή και ορθολογική επικέντρωση στις δομές και στις υποδομές. Αυτό είναι εφικτό μόνο εφόσον γίνουν τα εξής στοιχειώδη:

(α) Εκσυγχρονισμός, αναβάθμιση και εμπλουτισμός των πολιτιστικών θεσμών, των εθνικών έργων υποδομής του πολιτισμού (βιβλιοθήκες, ιστορικό-αρχαιολογικό μουσείο, μουσείο νεότερης και σύγχρονης τέχνης, κέντρο κινηματογράφου κλπ.) και της πολιτιστικής διαχείρισης/διοίκησης (πχ. φορέας πολιτιστικής ανάπτυξης).

(β) Προστασία, προβολή, ανάπτυξη και ανάδειξη των αρχαιοτήτων, της πολιτιστικής κληρονομιάς και περαιτέρω ανάπτυξη των σχέσεων του πολιτισμού με την εκπαίδευση, αλλά και με την καθημερινότητα των πολιτών και των επισκεπτών.

(γ) Στήριξη, ενίσχυση, προώθηση, και διάδοση της σύγχρονης καλλιτεχνικής και πνευματικής δημιουργίας, εντός  και εκτός της επικράτειας και μεταξύ των κοινοτήτων της Κύπρου.

(δ) Στοχευμένη διασύνδεση του κυπριακού πολιτιστικού αγαθού με το συνολικό αγαθό της ευρύτερης οικογένειας στην οποία ανήκει η Κύπρος, της Ευρώπης.

 

Σεπτέμβριος 2017