Οι συνομιλιες και το θεμα της ασφαλειας

Το ΔΣ του ΟΠΕΚ θεωρεί ότι η αναζήτηση λύσης μέσω της τρέχουσας διαδικασίας συνομιλιών θα διευκολυνθεί αν έγκαιρα μετακινηθεί η βάση συζήτησης στο θέμα της ασφάλειας από τις συμφωνίες του 1960, προκειμένου να ανταποκρίνεται τόσο στις ανάγκες και στις ανησυχίες των δύο κοινοτήτων, όσο και στις νέες συνθήκες και δεδομένα που μεσολάβησαν τα τελευταία 56 χρόνια. Οι συνθήκες είναι πλέον πολύ διαφορετικές, σε διεθνές επίπεδο και σε επίπεδο τοπικών δεδομένων. Βρισκόμαστε σε ένα εντελώς διαφορετικό περιβάλλον από εκείνο του Ψυχρού Πολέμου. Οι διεθνείς κανόνες δικαίου είναι πλέον πολύ διαφορετικοί. Το ίδιο συμβαίνει και με τις περιφερειακές συνθήκες (η Κύπρος μέλος της Ε.Ε., αστάθεια στην περιοχή κλπ.).

Οι ανησυχίες των Τουρκοκυπρίων για ενδεχόμενες επιθετικές συμπεριφορές της μεγαλύτερης ελληνοκυπριακής κοινότητας, μετά το 1974 συνοδεύονται από έντονες ανησυχίες των ελληνοκυπρίων για επέμβαση της Τουρκίας – κυρίως στρατιωτική.

Εν όψει των πιο πάνω, το ΔΣ του ΟΠΕΚ υποστηρίζει τα εξής:

1. Τόσο η επανάληψη του συστήματος του 1960, όσο και η πλήρης κατάργηση κάθε μορφής συστήματος ασφάλειας, ισοδυναμούν με μη λύση.

2. Το δικαίωμα μονομερούς επέμβασης, αντίκειται σε όλες τις συνθήκες πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε η ΕΕ από το 1957 έως σήμερα. Η κατάργησή του δικαιώματος μονομερούς επέμβασης, ιδιαίτερα της στρατιωτικής, θα πρέπει να βρίσκεται ψηλά στον κατάλογο προτεραιοτήτων της ελληνοκυπριακής πλευράς.

3. Με αυτά τα δεδομένα, επιβάλλεται να ξεπεραστεί η συμφωνία του ’60 και να αντικατασταθεί με μια νέα, στην οποία θα αποκλείεται η χρήση ή η απειλή χρήσης βίας.

4. Η νέα συμφωνία θα μπορούσε να ονομαστεί «συνθήκη ασφάλειας», καθώς δεν υπάρχουν συνθήκες εγγυήσεων στον 20ο αιώνα, πέρα από την περίπτωση της Κύπρου.

5. Ο ΟΗΕ – κεφάλαιο 6 και 7 του Καταστατικού Χάρτη – μπορεί να παράσχει το απαιτούμενο θεσμικό πλαίσιο, κάτω από τον συντονιστικό ρόλο του ΓΓ του ΟΗΕ.

6. Η ΕΕ, και πιο συγκεκριμένα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, μπορεί να επιβλέπει τη διαδικασία ειρήνευσης, ενώ το Συμβούλιο Υπουργών θα μπορεί να εποπτεύει την υλοποίηση της συμφωνίας.

7. Για ένα μεταβατικό διάστημα, ο χρόνος του οποίου θα συμφωνηθεί ανάμεσα στους δύο ηγέτες, μπορεί να δημιουργηθεί ειδικό σώμα από στρατιωτικές και αστυνομικές δυνάμεις, το οποίο θα βρίσκεται υπό τον συντονισμό και την ενιαία διοίκηση του ΟΗΕ και να αποτελείται από αποσπάσματα που θα διαθέσουν κράτη-μέλη της ΕΕ (εκτός της Ελλάδας και του Ηνωμένου Βασιλείου). Αυτές οι δυνάμεις από την ΕΕ και τον ΟΗΕ θα κληθούν να εποπτεύσουν τις διαδικασίες αποχώρησης του τουρκικού στρατού, των «τουρκοκυπριακών στρατιωτικών δυνάμεων», και τις διαδικασίες αφοπλισμού της Εθνικής Φρουράς, στο συμφωνημένο χρονοδιάγραμμα, με την ολοκλήρωση του οποίου θα ολοκληρωθεί και η παρουσία του σώματος στο νησί. Θα έχουν επίσης κατευθείαν εντολή από το Συμβούλιο Ασφαλείας να παρεμβαίνουν σε περίπτωση που παρατηρηθεί ουσιώδης παραβίαση των συμφωνηθέντων.

8. Συμπληρωματικά στα όσα σημειώνονται στο (7), μπορεί να συμφωνηθεί ώστε να παραμείνει στο έδαφος της Κύπρου ένα στρατιωτικό τμήμα από την Ελλάδα και ένα από την Τουρκία, κατά το ανάλογο της ΕΛΔΥΚ (950 έλληνες στρατιώτες) και της ΤΟΥΡΔΥΚ (650 τούρκοι στρατιώτες). Τα δύο τμήματα θα «συντονίζονται» από επικεφαλής στρατιωτικό που θα ορίσει η ΕΕ. Η πρόνοια αυτή θα μπορούσε να τερματιστεί σε 10 χρόνια, είτε λαμβανομένης υπόψη της προόδου στις ευρωτουρκικές σχέσεις, βασισμένες στις προϋποθέσεις που έχουν τεθεί στο Διαπραγματευτικό Πλαίσιο της 3ης Οκτωβρίου 2005, είτε με ομόφωνη απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου της Ομοσπονδιακής Κυπριακής Δημοκρατίας.

9. Η νέα αρχιτεκτονική ασφάλειας για την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Κύπρου συνδέεται με την ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφαλείας και τις πολιτικές της συνεργασίας στην Α. Μεσόγειο. Λαμβάνοντας αυτό υπόψη:

α) Η ευρωτουρκική σχέση βασίζεται στο πλαίσιο που έχει διαμορφώσει η πολιτική του Ελσίνκι το 1999, και η συνέχισή της συμβάλλει στην βελτίωση του κλίματος για επίλυση των μεγάλων προβλημάτων στην περιοχή μας. Οι κατευθυντήριες βάσεις έχουν τεθεί και η Τουρκία οφείλει να προσαρμοστεί στις πρόνοιες του Διαπραγματευτικού Πλαισίου της 3ης Οκτωβρίου 2005 και τις Ετήσιες Εκθέσεις Προόδου της Επιτροπής. Με την προϋπόθεση αυτή, η διατήρηση και ενίσχυση των δεσμών Τουρκίας – ΕΕ είναι προς όφελος όλων, πράγμα που αναμένεται ότι θα καθορίσει τη σχετική στάση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Κύπρου στο μέλλον.

β) Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Κύπρου, ως πλήρες μέλος της ΕΕ, θα αποτελέσει αποφασιστικό παράγοντα για ανάπτυξη πολιτικών ειρήνης στην περιοχή, οι οποίες θα ισχυροποιούνται με συνέργειες με κράτη της περιοχής, όπως η Ελλάδα και η Τουρκία.

γ) Η ενεργειακή πολιτική της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Κύπρου θα συμβάλει και στην ειρήνευση της περιοχής, με συνέργειες με γειτονικά κράτη, και στο πλαίσιο της πολιτικής της Ε.Ε.

11. Με δεδομένες τις ασύμμετρες απειλές που συνιστούν για την περιοχή μας οι τρομοκρατικές επιθέσεις, ιδιαίτερα εκ μέρους του «Ισλαμικού Κράτους», στο νέο κυπριακό Σύνταγμα θα πρέπει να γίνεται αναφορά στη Συνθήκη της Λισσαβόνας, και ειδικότερα στη «Ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής», η οποία στο άρθρο 28α, παρ. 7, του Τίτλου V, προβλέπει ότι «σε περίπτωση κατά την οποία κράτος- μέλος της ΕΕ δεχθεί ένοπλη επίθεση στο έδαφός του, τα άλλα κράτη μέλη οφείλουν να του παράσχουν βοήθεια και συνδρομή με όλα τα μέσα που έχουν στη διάθεσή τους.

Από το ΔΣ του ΟΠΕΚ

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s