Το θεμα των τεσσαρων ελευθεριων

Το ΔΣ του ΟΠΕΚ παρακολουθεί με ανησυχία την καλλιέργεια κλίματος σύγχυσης πάνω σε ζητήματα που προέκυψαν στις διαπραγματεύσεις για επίλυση του Κυπριακού, αντί της αναζήτησης επωφελών ρυθμίσεων και προσήλωσης στην προσπάθεια για άρση του σοβαρού αδιεξόδου.

Το ζήτημα των τεσσάρων ελευθεριών για τους τούρκους υπηκόους αφορά τις ευρωτουρκικές σχέσεις και την εφαρμογή του κοινοτικού νόμου. Συνεπώς η Τουρκία δεν έπρεπε να εγείρει αυτό το ζήτημα στις συνομιλίες για το κυπριακό, καθώς είναι οι Βρυξέλλες που έχουν την κύρια ευθύνη να δώσουν λύση συμβατή με το κεκτημένο.

Το ΔΣ του ΟΠΕΚ σημειώνει ότι στη δημόσια συζήτηση αποκρύβεται το γεγονός ότι υπήρξε το 2010 σύγκλιση Χριστόφια–Ταλάτ επί του θέματος. Ειδικότερα, στην ερμηνεία πρόνοιας του Συντάγματος του ’60 για ισότιμη μεταχείριση Ελλαδιτών και Τούρκων υπηκόων, και λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι η Κύπρος είναι σήμερα κράτος μέλος της ΕΕ, επιτεύχθηκε σύγκλιση ως προς τη ρύθμιση του δικαιώματος παραμονής Ελλήνων και Τούρκων υπηκόων, σε αναλογία 4 προς 1. Για τις άλλες 3 Κοινοτικές Ελευθερίες, οι ρυθμίσεις για την Τουρκία παραμένουν αντίστοιχες με τη Συμφωνία Τελωνειακής Ένωσης με την ΕΕ που ήδη ισχύει σήμερα.

Διερωτόμαστε γιατί η ΕΕ τηρεί στάση σιωπής επί του θέματος παρά το ότι έγινε συνάντηση Γιούνκερ-Αναστασιάδη. Διερωτόμαστε επίσης γιατί δεν επιχειρήθηκε η συμβολή του εκπροσώπου του Προέδρου της Επιτροπής στις διακοινοτικές συνομιλίες Πέτερ βαν Νούφελ για αναζήτηση λύσεων σε όσα έχουν κατατεθεί από την Τουρκία και αντίκεινται στην Ενιαία Ευρωπαϊκή Αγορά.

Θεωρούμε ότι η δι’ επιστολών καταγγελτική διπλωματία και η αναπαραγωγή του περιεχομένου τους για εσωτερική κατανάλωση, δεν αποτελεί γόνιμη πρακτική στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Το ΔΣ του ΟΠΕΚ υπενθυμίζει σε κάθε ενδιαφερόμενο ότι ο Γιάννος Κρανιδιώτης έδειξε στην κυπριακή διπλωματία τον τρόπο που ασκείται η ενεργητική διεκδίκηση στην ΕΕ με διαπραγμάτευση και εξασφάλιση ανταλλαγμάτων ενταγμένων στην ευρωπαϊκή πρακτική. Με αξιοποίηση του κεκτημένου, με σοβαρότητα και αξιοπιστία μπορούμε να λύσουμε κρίσιμα ζητήματα που διασυνδέονται με τις διαπραγματεύσεις στη Λευκωσία, εφόσον θέλουμε και εφόσον αξιοποιήσουμε την κοινοτική μέθοδο.

Από το ΔΣ του ΟΠΕΚ

Advertisements

Να αποφασισουμε αν πραγματι θελουμε λυση

Η διακοπή της διαπραγματευτικής διαδικασίας και η προσπάθεια των Η.Ε. για επανέναρξή της αποτελούν σημείο-σταθμό στην πορεία του Κυπριακού. Το ΔΣ του ΟΠΕΚ θεωρεί ότι θα πρέπει να γίνουν ώριμες και προ πάντων συνειδητές κινήσεις από τις δύο πλευρές, στρατηγικού και όχι τακτικιστικού χαρακτήρα. Πιο συγκεκριμένα, το ΔΣ του ΟΠΕΚ σημειώνει:

  1. Το Κυπριακό υπήρξε για άλλη μια φορά θύμα της μεγάλης διαφοράς ανάμεσα στις διακηρύξεις από τη μια και τις πραγματικές προθέσεις από την άλλη. Η ίδια η διαδικασία των δύο τελευταίων χρόνων αποτέλεσε μια διαρκή ταλαιπωρία του προβλήματος, ακριβώς επειδή η βούληση για λύση δεν ήταν επαρκής.

  2. Η πιο πάνω διαπίστωση δεν αφορά αποκλειστικά τους δύο ηγέτες, αλλά την πλειονότητα των πολιτικών δυνάμεων, των διαμορφωτών της κοινής γνώμης, των ομάδων συμφερόντων, και εν τέλει της κοινωνίας στις δύο Κοινότητες.

  3. Τόσο η ίδια η διαπραγματευτική διαδικασία, όσον και τα όσα θα έπρεπε να γίνονται και δεν γίνονταν τα δύο τελευταία χρόνια, πιστοποιούσαν καθημερινά το έλλειμμα αφοσίωσης στον στόχο της λύσης. Οι κομματικές διελκυστίνδες και ο λαϊκισμός αποτελούν τμήμα μόνο του προβλήματος. Το γεγονός ότι οι τεχνικές επιτροπές – με εξαίρεση εκείνην για την Πολιτιστική Κληρονομιά – έχουν τεθεί προ πολλού σε καθεστώς απενεργοποίησης, μέσω αλλεπάλληλων πολιτικών περιορισμών, είναι άλλη μια ένδειξη. Ακόμη και τα απλούστερα των ΜΟΕ που είχαν συμφωνηθεί από τους δύο ηγέτες μπήκαν εδώ και καιρό στο συρτάρι, μετά από χειρισμούς εγκλωβισμού τους σε νομοτεχνικές αιτιάσεις.

  4. Από την επόμενη μέρα της εμφάνισης της τελευταίας κρίσης, με έναν πρωτόγνωρο αυτοματισμό, η πλειονότητα των κομμάτων και των ΜΜΕ στην ελληνοκυπριακή πλευρά υιοθέτησαν πολιτικό λόγο ο οποίος δημιουργεί κλίμα τέτοιο που να μετατρέπει τις προσπάθειες για επανέναρξη του διαλόγου σε εικονικές, όπως την περίοδο 2004-2008 (βλέπε «προσπάθειες» Τζιωνή – Μπερντέβ).

  5. Είναι προφανές ότι το «τελευταίο μίλι» δεν είναι δύσκολο μόνο λόγω των θεμάτων που περιλαμβάνει, αλλά και διότι το πνεύμα συνεργασίας και συνδιαλλαγής που απαιτείται για να διανυθεί ισοδυναμεί με «ναι» ή «όχι» στη λύση. Εάν οι ηγέτες δεν έχουν αποφασίσει καθαρά σε αυτό, τότε π.χ. το σε πόσους μήνες θα φύγουν τα τουρκικά στρατεύματα, δεν είναι το Έβερεστ που πρέπει να διαβούμε. Είναι το πρόσχημα για να μην προχωρήσουμε.

Εν όψει των πιο πάνω, το ΔΣ του ΟΠΕΚ θεωρεί ότι:

  1. Η εικονική επανέναρξη των συνομιλιών, μόνο και μόνο για να μην χρεωθεί καμιά πλευρά το ναυάγιο της διαδικασίας, θα βυθίσει το Κυπριακό ακόμη περισσότερο στον εκφυλισμό των προοπτικών επίλυσης.

  1. Η περιδίνηση, για άλλη μια φορά, σε διαδικαστικά ζητήματα, καταγραφές συμφωνιών και διαφωνιών και αλλαγές στη μεθοδολογία, δεν εξυπηρετούν την επίλυση, αλλά την αποφυγή κήρυξης αδιεξόδου και επίρριψης ευθυνών.

  1. Ο υφιστάμενος νεκρός χρόνος θα πρέπει να αξιοποιηθεί από την ηγεσία και την κοινωνία στις δύο κοινότητες για μιαν επαναξιολόγηση των πραγμάτων και για σαφή τοποθέτηση για το τι πραγματικά επιθυμούν.

  1. Οι επιλογές χειρισμών στο Κυπριακό θα πρέπει να αποσυνδεθούν, πριν την τυχόν επανέναρξη των διαπραγματεύσεων, από άλλους παράγοντες, για παράδειγμα τις εκάστοτε συμφέρουσες τακτικές εν όψει των προεδρικών εκλογών στη μια Κοινότητα, ή τις κομματικές διελκυστίνδες για εσωτερικά θέματα στην άλλη.

Από το ΔΣ του ΟΠΕΚ

Το Κυπριακο να ξαναγινει προτεραιοτητα των δυο ηγετων

Υπό το φως των εξελίξεων στο Κυπριακό, το ΔΣ του ΟΠΕΚ επισημαίνει τα ακόλουθα:

  1. Αποτελεί εξαιρετικά αρνητικό σημείο το γεγονός ότι τα περισσότερα κόμματα χειρίστηκαν το επίμαχο θέμα του ενωτικού δημοψηφίσματος στη Βουλή με τρόπο που να καθιστά την πολιτική ζωή της Κύπρου υποχείριο ενός νεοναζιστικού κόμματος. Το ΕΛΑΜ είναι εκτός του δημοκρατικού πλαισίου. Τα δημοκρατικά κόμματα θα έπρεπε ήδη να είχαν θέσει από κοινού ως ξεκάθαρη αρχή τους την με κάθε τρόπο αποφυγή της συνεργασίας μαζί του.

  2. Η απόφαση αυτή καθεαυτή για να τιμάται στα σχολεία η επέτειος του ενωτικού δημοψηφίσματος είναι σοβαρό ατόπημα για πολλούς λόγους. Το συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός βρίσκεται στη διδακτέα ύλη του μαθήματος της Ιστορίας, και πρέπει να διδάσκεται με ιστορική-κριτική προσέγγιση και με επιστημονικά εργαλεία. Η επιπλέον μνημειακή αναφορά δεν εξυπηρετεί τίποτε άλλο παρά τους στόχους των εισηγητών της πρότασης: (α) αναβίωση στα σχολεία του ακραία εθνικιστικού κλίματος, (β) ευθεία υπονόμευση της διαπραγματευτικής διαδικασίας στο Κυπριακό.

  3. Η αντίδραση της τουρκοκυπριακής πολιτικής ηγεσίας, και του Μουσταφά Ακιντζί προσωπικά, ήταν υπερβολική. Οι ευαισθησίες των Τουρκοκυπρίων θα έπρεπε να είχαν ληφθεί υπόψη από τα ελληνοκυπριακά κόμματα, αλλά η ανάδειξη του θέματος σε μείζον ενισχύει τη δυσπιστία και τον αρνητισμό. Ενθαρρύνει τις μη ορθολογικές συμπεριφορές, τόσο στην τουρκοκυπριακή όσο και στην ελληνοκυπριακή κοινότητα.

  4. Από την πρώτη στιγμή, η διαχείριση της απόφασης της Βουλής υπήρξε «υποδειγματικά» άστοχη, με αλλεπάλληλες κινήσεις που δημιουργούσαν νέα προβλήματα, αντί να λύνουν αυτό που προέκυψε. Αυτό δηλητηριάζει το κλίμα και δημιουργεί συνθήκες παράτασης της κρίσης, ενίσχυσης της καχυποψίας, και εν τέλει επίτευξης του στόχου όσων εξαρχής επιθυμούσαν την αποτυχία της τρέχουσας διαπραγματευτικής διαδικασίας.

  5. Καθημερινές αποφάσεις, επιλογές και κινήσεις σε θέματα εσωτερικής πολιτικής πιστοποιούν ότι η επίλυση του Κυπριακού δεν είναι προτεραιότητα. Η Κύπρος εξακολουθεί να αποτελεί μια συγκριτικά μικρή κοινωνία. Οι καθημερινές «μικρές» κινήσεις, όταν για μεγάλο διάστημα επαναλαμβάνουν το ίδιο μοτίβο, προσμετρούνται από τους πολίτες ως ασφαλής δείχτης των προτεραιοτήτων της πολιτικής ηγεσίας. Δυστυχώς, η κοινωνία φαίνεται πλέον πεπεισμένη ότι η επίτευξη συμφωνίας στο Κυπριακό είναι πολύ πιο κάτω, ως προτεραιότητα, από την κυρίαρχη έγνοια για διασφάλιση συμμαχιών για το 2018.

  1. Η παρούσα διαδικασία έχει οδηγήσει σε συγκλίσεις που καθιστούν εφικτή την επίτευξη συμφωνίας, σε σύντομο χρονικό διάστημα. Αποτελεί ιστορική ευθύνη των δύο ηγετών να μην θυσιάσουν την ευκαιρία αυτή για χάρη σκοπιμοτήτων. Διαφορετικά, οι όποιοι υπολογισμοί είναι μετέωροι. Η τελεσίδικη πιστοποίηση της αποτυχίας της προσπάθειας θα μεταθέσει τη συλλογική σκέψη της κοινωνίας, και στις δύο κοινότητες, σε επίπεδα τα οποία ευνοούν μόνο το τμήμα του πολιτικού κόσμου που επιθυμεί διατήρηση του διαχωρισμού.

Εν όψει των πιο πάνω, το ΔΣ του ΟΠΕΚ καλεί τα κόμματα και τις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών που επιθυμούν την επίλυση του Κυπριακού να αναλάβουν άμεσα πρωτοβουλίες που να ωθούν τους δύο ηγέτες να επαναφέρουν το Κυπριακό ως προτεραιότητά τους και να κάνουν ό,τι χρειάζεται για να επαναρχίσει η διαδικασία του διαλόγου, σε συνθήκες ομαλότητας και συνεννόησης.

Από το ΔΣ του ΟΠΕΚ

Το κυπριακο χρειαζεται αποδεσμευση απο τακτικες και διαδικασιες απλης συντηρησης του διαλογου

Σε συνεδρία του στις 8 Φεβρουαρίου 2017, το ΔΣ του ΟΠΕΚ ενημερώθηκε για τις εξελίξεις στις διαπραγματεύσεις από προσκεκλημένους που έχουν άμεση γνώση των διαδικασιών και της ουσίας. Στη συνέχεια, συζήτησε τις διαγραφόμενες προοπτικές και κατέληξε στα εξής:

  1. Η παρούσα φάση του κυπριακού παρουσιάζει την ιδιομορφία η δυναμική των διαδικασιών και της διαπραγμάτευσης αυτής καθεαυτής να είναι πολύ πιο άτονη από όσο θα δικαιολογούσαν οι επιτευχθείσες συγκλίσεις.

  2. Η πρόοδος που έχει επιτευχθεί τους τελευταίους είκοσι μήνες, παρά τους αργούς ρυθμούς της διαπραγμάτευσης και τις παλινωδίες, είναι πολύ μεγάλη. Τα θέματα που απομένει να συμφωνηθούν είναι περιορισμένα. Εάν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι στις παρασκηνιακές διαβουλεύσεις, στις τεχνοκρατικές επεξεργασίες, και στις μεσολαβητικές προσπάθειες των τελευταίων μηνών έχουν αντιμετωπιστεί με επιτυχία ακόμη και τα κρισιμότερα των ζητημάτων, απομένουν ελάχιστα σημεία να συμφωνηθούν, με ορατή μάλιστα την πιθανότερη κατάληξη στο καθένα από αυτά.

  1. Η κινητοποίηση του ευρωπαϊκού παράγοντα για αντιμετώπιση του τουρκικού αιτήματος σχετικά με τις τέσσερις ελευθερίες είναι προς τη σωστή κατεύθυνση, νοουμένου ότι θα ακολουθήσει τους κανόνες της ευρωπαϊκής διπλωματίας: Προσήλωση στην αποτελεσματικότητα, χωρίς τακτικές ή επικοινωνιακές προτεραιότητες

  1. Αποτελεί θετική εξέλιξη η τελευταία συμφωνία των δύο ηγετών για τα επόμενα βήματα, μέχρι τις αρχές Μαρτίου. Διατηρεί τη διαδικασία σε τροχιά πιθανής επιτυχίας. Γενικότερα, όμως, οι δύο ηγέτες δεν επιδεικνύουν την απαιτούμενη αποφασιστικότητα, προκειμένου η «τελική φάση» στην οποία έχουμε εισέλθει να έχει κατάληξη. Οι χειρισμοί που γίνονται αναφορικά με τη διαδικασία προβληματίζουν. Η αυτόβουλη υπερδιόγκωση της βαρύτητας των εκάστοτε εμποδίων (εσωτερική αντιπολίτευση στις δύο κοινότητες, ευθύνες των Η.Ε., εκλογικές διαδικασίες, δημοψήφισμα στην Τουρκία κλπ.) δημιουργούν στην κοινωνία την αίσθηση ότι δεν υπάρχει επαρκής βούληση και δέσμευση για σύντομη κατάληξη σε συμφωνία. Πάντοτε θα υπάρχουν σκόπελοι, σημαντικοί ή ασήμαντοι. Το ζήτημα είναι να μην οδηγείται διαρκώς το σκάφος προς αυτούς, με αποτέλεσμα να είναι στη συνέχεια «εύλογη» η διακοπή της πορείας.

  1. Είναι σοφό στην κοινωνία να παρουσιαστεί κάποια στιγμή η καλύτερη δυνατή συμφωνία, ώστε να είναι εφικτή η υπερψήφισή της. Αυτό όμως θα πρέπει να συνδυαστεί με την αναγκαιότητα η προσδοκία του λαού στις δύο κοινότητες για τη λύση να μην ατονήσει εντελώς, και η εξοικείωση με τις πτυχές της να μην αρχίσει την τελευταία στιγμή.

  1. Η θετική κατάληξη των διαπραγματεύσεων και ο τερματισμός της τουρκικής κατοχής με την επίλυση του Κυπριακού αποτελεί τη μεγαλύτερη πρόκληση για την πολιτεία και τους κύπριους πολίτες. Προϋποθέτει συστηματική ενημέρωση, πολυφωνικό διάλογο και κινητοποίηση των κοινωνικών και παραγωγικών δυνάμεων αναφορικά με όλες τις πτυχές της επιδιωκόμενης συμφωνίας, περιλαμβανομένων των σημείων όπου υπάρχει ήδη ευρύτατη συναντίληψη, αλλά και εκείνων στα οποία υπάρχουν δυσκολίες. Οι πολίτες έχουν δικαίωμα να γνωρίζουν, να προβληματίζονται και να συμμετέχουν στον δημόσιο διάλογο, που δεν πρέπει να εξαντλείται σε κομματικές αντιπαραθέσεις αλλά να συνδέεται με τη στρατηγική που διαμορφώνουμε ως κοινωνία για την αυριανή Κύπρο.

Το ΔΣ του ΟΠΕΚ καλεί τους δύο ηγέτες να αναπροσαρμόσουν τις διαδικαστικές προσεγγίσεις τους, υπερβαίνοντας τακτικές οι οποίες δεν αφορούν το κυπριακό, και να εργαστούν για σύντομη κατάληξη σε συμφωνία, αφιερώνοντας γι’ αυτόν τον σκοπό το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου και των δυνάμεών τους.

Από το ΔΣ του ΟΠΕΚ

Η αργοσυρτη διαδικασια στο Κυπριακο προοιωνιζεται επιπλοκες και ενισχυει τις πιθανοτητες αποτυχιας

Το ΔΣ του ΟΠΕΚ θεωρεί ότι είναι κάκιστη η συνήθεια πολιτικών φορέων ή άλλων οργανώσεων να επικαλούνται διαρκώς παλαιότερες θέσεις ή προειδοποιήσεις τους, προκειμένου να πείσουν ότι έχουν δικαιωθεί μέσα στον χρόνο. Όμως, η παρούσα συγκυρία στο Κυπριακό υποχρεώνει το ΔΣ να αναφέρει τα εξής:

1. Δυστυχώς, η εκτίμησή μας πριν από είκοσι μήνες ότι, αν χαθεί ο συγχρονισμός που είχε δημιουργηθεί, οι παρενέργειες θα περιπλέκουν διαρκώς όλο και περισσότερο τα πράγματα στο Κυπριακό, επαληθεύεται μέρα με τη μέρα κατά τους τελευταίους μήνες. Η απώλεια του πλεονεκτήματος της άμεσης συνεννόησης μεταξύ των δύο ηγετών και τα όσα έγιναν στις δύο συναντήσεις στο Μοντ Πελεράν και στη Γενεύη αποτελούν απόδειξη της δίνης περιπλοκών στην οποία έχουμε εισέλθει.

2. Η συγκυρία επιδεινώνεται με την εμφάνιση νέων εμποδίων, που δεν θα υπήρχαν αν η διαδικασία ακολουθούσε λιγότερο βραδείς ρυθμούς. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της νέας απαίτησης της τουρκικής κυβέρνησης για αντιμετώπιση των Τούρκων πολιτών, σε μια ενδεχόμενη λύση, ως ισοτίμων με εκείνους των χωρών μελών της Ε.Ε.. Θέση η οποία καταφανώς δυσκολεύει περαιτέρω τη διαπραγμάτευση και παγιδεύει τις δυνάμεις της λύσης ανάμεσα στους Τουρκοκυπρίους, οι οποίες είναι εξίσου αρνητικές με ένα τέτοιο ενδεχόμενο με τους Ελληνοκυπρίους.

3. Η επανάληψη του σκηνικού για εξ υπαρχής διαπραγμάτευση των ήδη συμφωνημένων παραμέτρων των έξι κεφαλαίων, δεν είναι εφικτό να λειτουργεί στο διηνεκές. Το γεγονός ότι από τουρκοκυπριακής πλευράς έγινε αποδεκτό με την εκλογή Ακιντζί, να τύχουν επαναδιαπραγμάτευσης τα τρία κεφάλαια που είχαν ήδη κλείσει από το 2009, ήταν αποτέλεσμα βολικών για την ελληνοκυπριακή πλευρά συγκυριών, που δεν μπορούν να επαναληφθούν στο άμεσο ή στο απώτερο μέλλον.

4. Η αργόσυρτη διαδικασία εγκυμονεί περαιτέρω κινδύνους. Το απρόβλεπτο είναι στοιχείο της πραγματικής πολιτικής. Για να επιτύχει κανείς χρειάζεται να ελέγχει την ύλη και τον χρόνο, να καθοδηγεί τις εξελίξεις με τις επιλογές και τις αποφάσεις του. Για να αποφύγουμε κάτι ανεξέλεγκτο, χρειάζεται να ρυθμίζουμε όσο μπορούμε το σκηνικό, στο πλαίσιο του εφικτού.

5. Η ημιεπίσημη επιλογή για επίρριψη της ευθύνης για την κατάσταση στον κ. Άιντε μπορεί να ανακουφίζει προσωρινά την επικοινωνιακή πολιτική της ελληνοκυπριακής πλευράς, αλλά δεν διασφαλίζει ότι ο ενδεχόμενος διάδοχος του αξιωματούχου του ΟΗΕ θα είναι περισσότερο «φιλέλληνας». Εξάλλου, όλοι οι ειδικοί απεσταλμένοι του ΓΓ, από το 1974 μέχρι σήμερα, θεωρήθηκαν «φιλότουρκοι» από την πλευρά μας. Η λογική εξέλιξη μιας ενδεχόμενης αντικατάστασης του κ. Άιντε είναι η αποστολή ακόμη ενός «φιλότουρκου» απεσταλμένου, ή η αποστολή κανενός.

6. Στο κεφάλαιο της ασφάλειας κλειδί παραμένει η αναζήτηση λύσης που να ανταποκρίνεται τόσο στις σύγχρονες διεθνείς συνθήκες, οι οποίες σφραγίζονται με τη συμμετοχή της Κύπρου στην ΕΕ, όσο και στις ανάγκες και στις ανησυχίες των δύο κοινοτήτων. Η συμφωνία του ’60 θα πρέπει να αντικατασταθεί με μια νέα συνθήκη ασφάλειας, με αξιοποίηση των Κεφαλαίων 6 και 7 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ, στην οποία θα αποκλείεται η χρήση ή η απειλή χρήσης βίας. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, θα πρέπει να επιβλέπει τη διαδικασία ειρήνευσης, ενώ το Συμβούλιο Υπουργών θα μπορεί να εποπτεύει την υλοποίηση της συμφωνίας.

7. Πολιτικές όπως η καταλυτική και παραγωγική παρουσία του Ζαν Κλωντ Γιούνκερ στη Γενεύη και η εξίσου αποτελεσματική παρέμβαση του εκπροσώπου του Βαν Νούφελ στις μέχρι τώρα διαπραγματεύσεις θα πρέπει να διδάσκουν και να τυγχάνουν ορθής αξιολόγησης και αξιοποίησης. Το γεγονός ότι και τα δύο υποβαθμίζονται από την πλευρά μας, και το γεγονός ότι ούτε καν η ιστορική ανακοίνωση Γιούνκερ ότι η Ε.Ε. θα διαθέσει 3.1 δις ευρώ για τη λύση δεν έτυχε αξιολόγησης, αποτελούν ένδειξη σοβαρής παθογένειας του πλαισίου αντιλήψεων και λειτουργίας του πολιτικού μας συστήματος.

Το ΔΣ του ΟΠΕΚ καλεί την ηγεσία της ελληνοκυπριακής πλευράς να προχωρήσει σε ορθολογιστική και δημιουργική αξιολόγηση της παρούσας κατάστασης, και να αναλάβει άμεσα τις απαραίτητες πρωτοβουλίες για επαναφορά των πιθανοτήτων επίτευξης συμφωνίας στην ακτίνα του εφικτού. Οι πολιτικές επιλογές είναι φυσιολογικό να λαμβάνουν υπόψη τις επικοινωνιακές παραμέτρους, δεν θα πρέπει όμως να υποτιμούν την πραγματική πολιτική.

Από το ΔΣ του ΟΠΕΚ

ΓΙΑ ΤΗ ΓΕΝΕΥΗ

Εν όψει της σημαντικής φάσης στην οποία εισέρχονται οι διαπραγματεύσεις για το Κυπριακό, το ΔΣ του ΟΠΕΚ επισημαίνει τα εξής:

  1. Είναι ανησυχητικό το γεγονός ότι, παρά τον ενάμιση χρόνο διαπραγματεύσεων, και παρά την εντατικοποίηση κατά τους τελευταίους μήνες, εξακολουθούν να παραμένουν ανοιχτά πολλά επιμέρους ζητήματα των τεσσάρων κεφαλαίων. Η απόδοση της ευθύνης για αυτό αποκλειστικά στη μία από τις δύο πλευρές θα ήταν απλοϊκή προσέγγιση. Οι δύο ηγέτες οφείλουν να καταβάλουν κάθε προσπάθεια ώστε πριν τις 9 Ιανουαρίου να συμφωνηθούν όλα τα μη πρωταρχικής σημασίας ζητήματα στα τέσσερα κεφάλαια.

  2. Η συζήτηση στο εσωτερικό της ελληνοκυπριακής κοινότητας για το αν και κατά πόσον θα εκπροσωπηθεί η Κυπριακή Δημοκρατία στη Γενεύη είναι εκ της φύσεώς της παραπλανητική και ανεδαφική. Από το ψήφισμα 186 του Συμβουλίου Ασφαλείας, του 1964, μπήκαν όροι και προϋποθέσεις. Έκτοτε, οι διαπραγματεύσεις διεξάγονται στο επίπεδο των δύο κοινοτήτων, υπό την αιγίδα του ΟΗΕ και στο πλαίσιο πολλών ψηφισμάτων που ακολούθησαν και κινούνται πάντα στην ίδια γραμμή. Καθ’ όλη τη διάρκεια αυτού του μισού αιώνα η Κυπριακή Δημοκρατία ουδέποτε έτυχε περισσότερης ή λιγότερης αναγνώρισης, σε οποιαδήποτε φάση. Η διεθνής υπόσταση, αναγνώριση και συνέχεια του κυπριακού κράτους διασφαλίζονται μέσα από την ιδιότητα του μέλους του ΟΗΕ και της Ε.Ε.. Η μόνη επιπλέον εφικτή θωράκιση είναι η διεθνής μας αξιοπιστία ότι καταβάλλουμε ειλικρινείς προσπάθειες για επίλυση του Κυπριακού.

  3. Οι δυνάμεις που επιδιώκουν ειλικρινά την επίλυση του Κυπριακού θα πρέπει να επικεντρωθούν στην ουσία και στον στόχο, που είναι η θετική κατάληξη των συνομιλιών και η επίτευξη συμφωνίας. Η συνεχιζόμενη συζήτηση στη βάση της πρόταξης του ζητήματος της εκπροσώπησης της Κυπριακής Δημοκρατίας στη Γενεύη υπηρετεί μόνο την περιπλοκή των συνομιλιών και τη δημιουργία εμποδίων στη θετική τους έκβαση. Εν τέλει, υπηρετεί τον στόχο των δυνάμεων που αντίκεινται σε λύση ΔΔΟ. Συμβάλλει, επίσης, στη συνέχιση της παραπλάνησης της κοινωνίας για τη φύση του Κυπριακού και των πραγματικών δυνατοτήτων που υπάρχουν για τον τερματισμό της τουρκικής κατοχής και την επανένωση, αφού συντηρεί τη συνθηματολογική και αδιέξοδη προσέγγιση.

  4. Η τελική φάση της 12ης Ιανουαρίου, όπου θα συζητηθεί το θέμα της ασφάλειας, θα πρέπει να τύχει από τώρα ιδιαίτερης προεργασίας. Τόσο σε επίπεδο προδιαβούλευσης με τους εμπλεκόμενους, όσο και σε επίπεδο προεργασίας εκ μέρους της ελληνοκυπριακής πλευράς, η οποία: (α) Δεν θα πρέπει να αφήσει περιθώρια να βρεθεί προ εκπλήξεων. (β) Οφείλει να αποφύγει την προσκόλληση σε ανέφικτα σενάρια γύρω από το θέμα, και να καταρτίσει θέσεις οι οποίες να έχουν σοβαρές πιθανότητες να θεωρηθούν διαπραγματεύσιμες.

Από το ΔΣ του ΟΠΕΚ