Μια κοινωνιο-ψυχολογικη αναλυση των Τ/Κ εκλογων και της σχεσης τους με την επιλυση του Κυπριακου προβληματος

550_334_654956
Χάρης Ψάλτης, Αναπληρωτής Καθηγητής Κοινωνικής και Αναπτυξιακής Ψυχολογίας, Πανεπιστήμιο Κύπρου
Huseyin Cakal, Λέκτορας Κοινωνικής Ψυχολογίας, Πανεπιστήμιο Keele, Ην. Βασίλειο

Η πρώτη εικόνα και εντυπώσεις που δόθηκαν από τις Τ/κ εκλογές στη δημόσια συζήτηση ήταν γενικά κάπως απογοητευτικές για τις προοπτικές επίλυσης του Κυπριακού προβλήματος. Ωστόσο για όσους παρακολουθούσαν στενά την προεκλογική περίοδο στην Τ/κ κοινότητα το σενάριο κυβέρνησης χωρίς το UBP (που σίγουρα θα ερχόταν πρώτο σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις) δεν είχε ποτέ αποκλειστεί. Από τη στιγμή που αυτό το σενάριο θα υλοποιούταν θα έδινε και προς τη διεθνή κοινότητα ένα ξεκάθαρο και θετικό μήνυμα για ετοιμότητα για μια τελευταία προσπάθεια στο κυπριακό αμέσως μετά τις Ελληνοκυπριακές εκλογές.

Η επιθυμία όσων παραγόντων επιθυμούσαν τη λύση του Κυπριακού για μια τέτοια εξέλιξη (συγκυβέρνηση Αριστερών κομμάτων με το νέο κόμμα του HP) έχει να κάνει με τα σημαντικά εμπόδια που κατάφερε να παρεμβάλει η προηγούμενη δεξιά κυβέρνηση στην προσπάθεια του Μ. Ακιντζί για λύση του προβλήματος (π.χ παραχώρηση νέων πολιτογραφήσεων σε εποίκους, φορολόγηση βοήθειας εγκλωβισμένων, προσκόμματα στο άνοιγμα νέων οδοφραγμάτων, απαγόρευση λειτουργιών εκκλησιών στα κατεχόμενα κλπ).

Έχει λοιπόν ενδιαφέρον να δούμε που θα μπορούσε να στηριχθεί μια τέτοια συνεργασία στη βάση του ιδεολογικού προφίλ των ψηφοφόρων των Τ/κ κομμάτων που θα στηρίξουν μια τέτοια συγκυβέρνηση στη βάση πρόσφατης κοινωνιοψυχολογικής έρευνας που ολοκληρώθηκε την περίοδο 23 Νοεμβρίου-20 Δεκεμβρίου 2017.

 Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η πρόσφατη κατάρρευση των συνομιλιών στο Κρανς Μοντανά και η συνακόλουθη απογοήτευση των Τ/κ από την Ε/κ ηγεσία συνέτεινε στην ενδυνάμωση του δεξιού UBP και την αποδυνάμωση του CTP που παραδοσιακά στήριζε τη λύση της ομοσπονδίας. Ωστόσο αυτή η πρόσκαιρη απογοήτευση δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως εκφραστική των βαθύτερων κοινωνιο-ψυχολογικών προσανατολισμών της Τ/κ κοινότητας προς την Ε/κ κοινότητα, δηλαδή της ποιότητας των δικοινοτικών σχέσεων. Αυτές είναι διαστάσεις που επακριβώς μετρούνται μόνο μέσα από κοινωνιοψυχολογική ποσοτική και ποιοτική έρευνα* σε συνδυασμό με πολιτική ανάλυση όπως αυτή που ανέλαβε πρόσφατα η διεπιστημονική μας ομάδα από τα Πανεπιστήμια Κύπρου, Πανεπιστήμιο του Κεντ (Νεόφυτος Λοιζίδης),  Πανεπιστήμιου του Keele (Huseyin Cakal), Πανεπιστημίου του St. Mary’s (Djordje Stefanovic) και Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης (Miles Hewstone).

 Ποιες είναι λοιπόν οι θέσεις των ψηφοφόρων κάθε κόμματος στην Τ/κ κοινότητα στο θέμα των διακοινοτικών σχέσεων και τη Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία που είναι η βάση συζήτησης των δύο ηγετών από το 1977; Ποια είναι συγκεκριμένα η  σύνθεση των ψηφοφόρων του πρωτοεμφανιζόμενου κόμματος του λαού του Κουντρετ Όζερσαι (HP) που θα είναι πολύ πιθανών συγκυβέρνηση; Πως διαφοροποιούνται οι γηγενείς Τ/κ από τα άτομα με μεικτή καταγωγή (Τ/κ και Τουρκική) και τους εκ Τουρκίας;

Η συνέχεια του κειμένου επισυνάπτεται

Advertisements

Θρησκευτικη Εκπαιδευση στην Κυπρο

Προκλήσεις και Προοπτικές για ειρήνη και επανένωση

1928627
«άρθρο της Βιάνας Έρικσον, προέδρου του Ομίλου Ανθρωπιστών Κύπρου»

Ο ρόλος της θρησκείας στην εκπαίδευση βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο διαλόγων και δημοσίων συζητήσεων, ιδιαίτερα μετά την ενίσχυση του πολυπολιτισμικού χαρακτήρα της κοινωνίας μας και της ταχείας αλλαγής που παρατηρείται στη σύνθεση του μαθητικού πληθυσμού στα δημόσια σχολεία, αποτέλεσμα κυρίως της προσφυγικής και μεταναστευτικής κρίσης των τελευταίων ετών.

Το σχολείο, ως καθρέφτης της κοινωνίας, καταπιάνεται άμεσα με το ρόλο της θρησκείας στη ζωή των ανθρώπων. Ο τρόπος διδασκαλίας του μαθήματος των θρησκευτικών στα σχολεία αντανακλά τον βαθμό ωρίμανσης μιας κοινωνίας που αποδέχεται και σέβεται τη διαφορετικότητα και αναλαμβάνει θετικές δράσεις για πρόληψη, αντιμετώπιση και αποτροπή διακρίσεων μεταξύ ατόμων και φυλετικών/κοινωνικών ομάδων (Κατάλιακος, 2014). Πληθώρα ερευνών και μελετών σχετικά με το ζήτημα της θρησκείας και της διδασκαλίας του μαθήματος στα σχολεία προσφέρει πλούσιο συγγραφικό έργο από διαφορετικές οπτικές γωνίες και καλύπτει ένα ευρύ φάσμα θέσεων και απόψεων σχετικά με τη διδασκαλία του μαθήματος και ανάλογα με το κοινωνικό-πολιτικό περιβάλλον (Conroy et al, 2013; Pepin, 2009; Thorsten et al, 2008). Σε αντίθεση με την θρησκευτική εκπαίδευση στην υπόλοιπη Ευρώπη, η βιβλιογραφία σχετικά με το θέμα υπό εξέταση όσον αφορά στην περίπτωση της Κύπρου και της θρησκευτικής εκπαίδευσης στο κυπριακό κοινωνικό-πολιτικό περιβάλλον είναι μάλλον περιορισμένη. Ακόμα λιγότερες είναι οι προσπάθειες που επιχείρησαν να μελετήσουν το θέμα και να επιδείξουν αξιόλογα αποτελέσματα και εισηγήσεις εκσυγχρονισμού του μαθήματος έτσι που να ανταποκρίνεται στις σύγχρονες ανάγκες και προκλήσεις λαμβάνοντας υπόψην το ενδεχόμενο της πολυπόθητης ειρήνης και επανένωσης του νησιού.

Αδιαμφισβήτητα οι ιστορικές και πολιτικές εξελίξεις κάθε χώρας καθορίζουν και διαμορφώνουν τη θρησκευτική της εκπαίδευση (Loobuyck et al, 2011). Για το λόγο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία να εξετάζεται προσεχτικά το ευρύτερο περιβάλλον, οι σχέσεις εκκλησίας-κράτους, η εκκοσμίκευση της κοινωνίας, η θρησκευτική ελευθερία των ατόμων αλλά και ο βαθμός πολυπολιτισμικότητας για να κατανοήσουμε την προσέγγιση που υιοθετεί κάθε χώρα σχετικά με τη θρησκευτική εκπαίδευση και να προβούμε σε χρήσιμα συμπεράσματα όσο αφορά το μέλλον της (Pepin, 2009).

Η θρησκευτική εκπαίδευση και ο χαρακτήρας του μαθήματος των θρησκευτικών στα σχολεία είναι ζήτημα που ανέκαθεν προκαλούσε εντάσεις στην κυπριακή κοινωνία. Για πρώτη φορά η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 2003 επιχείρησε να εκσυγχρονίσει το κυπριακό εκπαιδευτικό σύστημα και να το εναρμονίσει με τις αρχές και τις αξίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης προωθώντας τη διαπολιτισμικότητα και το σεβασμό στη διαφορετικότητα στα πλαίσια της καταπολέμησης των φυλετικών διακρίσεων και του κοινωνικού αποκλεισμού. Ωστόσο, ένας αριθμός παραγόντων στάθηκε εμπόδιο στο να εφαρμοστεί η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση στην πράξη. Πέραν από τους διάφορους φορείς εξουσίας όπως είναι η εκκλησία, οι εκπαιδευτικοί φορείς και οι κρατικοί αξιωματούχοι, ο Κατάλιακος (2014) αναφέρει πως η πολιτική σκοπιμότητα και το συμφέρον των πολιτικών κομμάτων, η επιμονή σε “πατροπαράδοτους” κώδικες αξιών, η συντηρητική στάση κύκλων του Υπουργείου Παιδείας και εκπαιδευτικών οργανώσεων επισκίασαν την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση και φανέρωσαν την αδυναμία χάραξης κοινής πολιτικής για το μέλλον της παιδείας του τόπου.

Το παρόν άρθρο επιχειρεί να παρουσιάσει μια κριτική προσέγγιση της θρησκευτικής εκπαίδευσης στην Κύπρο σήμερα και μέσα από την παράθεση συμπερασμάτων να προσκαλέσει εμπλεκόμενους φορείς -εκπαιδευτικούς, ακαδημαϊκούς και σχεδιαστές αναλυτικών προγραμμάτων, πολιτικούς, θρησκευτικούς ηγέτες και σχετικές οργανώσεις- να επανεξετάσουν τη θρησκευτική εκπαίδευση λαμβάνοντας από τη μία υπόψην τις επικρατούσες θρησκευτικές πεποιθήσεις και διαφοροποιήσεις λειτουργώντας ωστόσο μέσα στο θεσμικό πλαίσιο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της ευρωπαϊκής εκπαίδευσης η οποία κατοχυρώνει και διασφαλίζει, με σχετικές υποδείξεις, συνταγματικά δικαιώματα για όλους τους ανθρώπους ανεξαιρέτως, χωρίς διακρίσεις. Με δεδομένες τις σύγχρονες κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις, μόνο μέσα σε αυτά τα πλαίσια θα αντιμετωπιστούν οι προκλήσεις της σύγχρονης παιδείας και θα αναδειχθεί η αισιόδοξη προοπτική για ειρήνη και επανένωση στα σχολεία της Κύπρου.

Επιγραμματικά, τα επικρατούντα μοντέλα θρησκευτικής εκπαίδευσης στην Ευρώπη διακρίνονται σε: 1) Ομολογιακή Θρησκευτική Εκπαίδευση (υποχρεωτική και επιλογής), 2) Μη Ομολογιακή Θρησκευτική Εκπαίδευση και 3) Ανυπαρξία Θρησκευτικής Εκπαίδευσης. Η θρησκευτική εκπαίδευση στην Κύπρο εμπίπτει στην πρώτη κατηγορία: έχει ομολογιακό χαρακτήρα και το μάθημα των θρησκευτικών είναι υποχρεωτικό με δικαίωμα απαλλαγής σε μη χριστιανούς ορθόδοξους μαθητές/τριες. Στο σημείο αυτό πρέπει να τονιστεί πως η εκδοχή της ομολογιακής αυτής κατεύθυνσης διδασκαλίας, να χρήζουν δηλαδή απαλλαγής μόνο όσοι μαθητές/τριες είναι χριστιανοί ορθόδοξοι στερείται νομικού ερείσματος αφού η αποκάλυψη των θρησκευτικών πεποιθήσεων ως ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων είναι κατ’αρχήν μη αποδεκτή τόσο από το Σύνταγμα της Κύπρου όσο και από διεθνή κείμενα που κατοχυρώνουν τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις βασικές ελευθερίες. Η Έκθεση της Αρχής κατά του Ρατσισμού και των Διακρίσεων (2010) αναφέρει πως η προϋπόθεση αυτή – η αποκάλυψη των θρησκευτικών πεποιθήσεων ως προϋπόθεση αιτήματος απαλλαγής- αντιβαίνει προς την αρνητική θρησκευτική ελευθερία των μαθητών και προσκρούει προς το ειδικότερο δικαίωμα των γονέων τους να καθοδηγούν τα παιδιά τους κατά την άσκηση του δικαιώματος αυτού. Η αρνητική θρησκευτική ελευθερία σε αυτή την περίπτωση αναφέρεται στην μη προσκόμιση οποιωνδήποτε δικαιολογητικών που να φανερώνουν και άρα να αποδεικνύουν τα θρησκευτικά πιστεύω του αιτούντος για απαλλαγή. Στην Ελλάδα, όπου η επικράτηση της Ορθόδοξης θρησκείας πιστοποιείται μέσα από τις διατάξεις του Συντάγματός, η χορηγία απαλλαγής από το μάθημα των θρησκευτικών είναι δυνατή χωρίς να απαιτείται η αποκάλυψη των θρησκευτικών πεποιθήσεων των μαθητών, ένα βήμα δηλαδή μπροστά ως προς την κατοχύρωση και προστασία των προσωπικών δεδομένων του ατόμου. Πέραν όμως του σοβαρού θέματος της νομιμότητας, ο Κατάλιακος (2014) αναφέρει και άλλους σημαντικούς λόγους που καθιστούν προβληματική την πιο πάνω διαδικασία: ο κοινωνικός στιγματισμός του επηρεαζόμενου, η εξαναγκαστική κατηγοριοποίηση μαθητών ως φορείς θρησκευτικών ταυτοτήτων, η παραβίαση των ορίων της αυτονομίας του μαθητή/τριας αλλά και η αποσαφήνιση των θρησκευμάτων τα οποία θεωρούνται άξια να δικαιολογήσουν την απαλλαγή.

Tο Νέο Αναλυτικό Πρόγραμμα Θρησκευτικών (2009)αναφέρει ότι:

“το μάθημα των Θρησκευτικών, στο πλαίσιο της Ορθόδοξης παράδοσης, προτείνει το ελεύθερο άνοιγμα στο Θεό, προβάλλει την αξιοπρέπεια του ανθρώπινου προσώπου και την ακεραιότητα της δημιουργίας, επιδιώκει την ελευθερία και τη δικαιοσύνη, συμβάλλει στην ειρήνη και στην αδελφοσύνη, προωθεί το όραμα της καταλλαγής και της αληλεγγύης ανθρώπων και λαών, πράγματα που αποτελούν βασικές επιδιώξεις της Παιδείας”.

Το μάθημα δηλαδή παρουσιάζεται ως πρότυπο διδασκαλίας οικουμενικών αξιών και καλής διαγωγής μέσα από ένα Χριστιανικό Λόγο που προάγει σύγχρονες, προοδευτικές κοσμοαντιλήψεις, εναρμονισμένες στις ανάγκες των καιρών και με επικρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις (Κατάλιακος, 2014). Επιπλέον,το νέο αναλυτικό πρόγραμμα υπογραμμίζει ότι το μάθημα καλλιεργώντας τη γνώση διακρίνεται αφενός από την Κατήχηση ενώ παράλληλα η γνωριμία με τις άλλες θρησκείες υπερβαίνει τη Θρησκειολογία, δηλαδή την ισομερή και αναλυτική διδασκαλία όλων των θρησκευμάτων. Η θέση αυτή υποστηρίζεται έντονα και από την άποψη ότι το μάθημα δεν διέπεται από θεοκρατικές αντιλήψεις, αλλά διαθέτει σαφές και συγκεκριμένο γνωσιολογικό περιεχόμενο. Ο Φιλίππου (2009) ξεκαθαρίζει πως το μάθημα συνεχίζει να διατηρεί “τον βιβλικό, διαχριστιανικό (ομολογιακό και διομολογιακό), πολιτισμικό, διαπολιτισμικό, διαθρησκευτικό, θεολογικό και παιδαγωγικό του χαρακτήρα…είναι Ευαγγελικό, άρα ανοικτό, καλώντας τους ανθρώπους κάθε έθνους, θρησκείας στο τραπέζι της βασιλείας Του Κυρίου, δίνοντας έμφαση στη σπουδή της Ορθόδοξης Πίστης, Ζωής, Λατρείας, Παράδοσης και Αγιοπατερικής Γραμματείας”. Είναι εμφανής δηλαδή η προσπάθεια μετατροπής της διδασκαλίας του μαθήματος από μάθημα χριστιανικής κατήχησης, σε μάθημα διδασκαλίας οικουμενικών αξιών, διατηρώντας ταυτόχρονα τον Χριστιανικό του προσανατολισμό προς όφελος της ελληνοχριστιανικής πλειοψηφίας.

Η μέθοδος διδασκαλίας του μαθήματος των Θρησκευτικών βασίζεται στην “ερμηνευτική προσέγγιση” η οποία λαμβάνει υπόψην την ετερότητα μεταξύ των θρησκειών, την αλληλεπίδραση θρησκείας και πολιτισμού και τις τρέχουσες πολιτικοκοινωνικές διαφοροποιήσεις, προσφέροντας έτσι ένα πιθανό τρόπο γνωριμίας των μαθητών με τις θρησκείες (Jackson, 2011). Οι υποστηρικτές της μεθοδολογίας αυτής προσεγγίζουν ιστορικά και πολιτικά την “ανάμειξη” πολιτιστικών και θρησκευτικών αξιών στην εκπαίδευση (Zembylas, 2014; Gearon, 2012) λαμβάνοντας υπόψην την αρχή της συγκειμενικοποίησης, το ιδιαίτερο δηλαδή τοπικό, πολιτιστικό και κοινωνικό υπόβαθρο της συγκεκριμένης κοινωνίας. Με τον τρόπο αυτό εμπλουτίζεται η υφιστάμενη ομολογιακή μέθοδος και ενισχύεται παράλληλα το κύρος της θρησκευτικής εκπαίδευσης. Πιο άμεσο και έντονο επιχείρημα υπεράσπισης της διατήρησης του ομολογιακού χαρακτήρα του μαθήματος των θρησκευτικών εκφράζεται και μέσα από την ανησυχία ότι “με την κατάργηση του μαθήματος των θρησκευτικών και την αντικατάστασή του με τις ‘Σπουδές στη Θρησκεία’ υιοθετούμε τη θέση ότι η θρησκεία είναι ιστορικό-κοινωνική κατασκευή” (Κουτσελίνη, 2016). Παρόλα τα επιχειρήματα της παραμονής και διατήρησης του ομολογιακού μοντέλου διδασκαλίας, υπάρχει η αναγνώριση ότι η προσέγγιση αυτή είναι ανεπαρκής όσον αφορά την αντιμετώπιση του ρατσισμού και την προώθηση της αποδοχής και της ανοχής στη διαφορετικότητα (Zembylas, 2015). Το κύριο όμως πρόβλημα που προκύπτει μέσα από το ομολογιακό μοντέλο θρησκευτικής εκπαίδευσης είναι ότι η διδασκαλία αυτή διευρύνει το πλέγμα των ήδη υφιστάμενων διακρίσεων και αποδυναμώνει το αίσθημα κοινωνικής συνοχής. Λειτουργεί επίσης ως στοιχείο ανάδειξης και ενίσχυσης της “εθνικής ταυτότητας”, γεγονός που υποθάλπει μια διαρκή ένταση ανάμεσα στα θρησκεύματα πλειοψηφίας και μειοψηφίας των μαθητών. “Το γεγονός και μόνο ότι ένα παιδί βιώνει το αίσθημα του διαχωρισμού από τα άλλα παιδιά σε μια τόσο ευαίσθητη ηλικία, έχει σίγουρα αρνητικές συνέπειες που δύναται να εκφραστούν με ποικίλους τρόπους στην μελλοντική του ζωή” (Κατάλιακος, 2014).

Θέτοντας υπό κριτική εξέταση το υφιστάμενο ομολογιακό μοντέλο θρησκευτικής εκπαίδευσης διαπιστώνεται η επιτακτική ανάγκη επανεξέτασης, αναδιαμόρφωσης, τροποποίησης και μετεξέλιξης της διδακτικής αυτής προσέγγισης σε ένα μη-ομολογιακού περιεχομένου μάθημα που αφενός θα λαμβάνει υπόψην τις συγκεκριμένες ιστορικοπολιτικοκοινωνικές συνθήκες του κράτους και αφετέρου θα λειτουργεί εντός του ευρύτερου θεσμικού πλαισίου της ευρωπαϊκής εκπαίδευσης πλήρως συμμορφωμένο και εναρμονισμένο στις αξίες της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Οι συστάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου σχετικά με τη θρησκευτική εκπαίδευση αναφέρουν ότι το μάθημα οφείλει να έχει διαπολιτισμικό-διαθρησκευτικό και γνωσιολογικό χαρακτήρα έτσι ώστε να διδάσκονται τα παιδιά την ιστορία και φιλοσοφία των διαφόρων θρησκευμάτων με αντικειμενικότητα, αμεροληψία και με σεβασμό στην αρχή της ίσης μεταχείρισης.      Η θρησκευτική αγωγή οφείλει να δίνει στα παιδιά τη δυνατότητα να αναπτύξουν μια ολοκληρωμένη, κριτική και αντικειμενική θεώρηση απέναντι στο φαινόμενο της θρησκευτικότητας, δηλαδή σε ευρέως διαδεδομένες θρησκείες και φιλοσοφικές επιλογές αλλά και απέναντι στο φαινόμενο της μη θρησκευτικότητας, δηλαδή του αγνωστικισμού και της αθεΐας. Μόνο υπό αυτές τις περιστάσεις μπορεί να διαμορφωθεί μια νέα προσέγγιση θρησκευτικής εκπαίδευσης που θα καταφάσκει στις αρχές του ουδετερόθρησκου σχολείου, θα προωθεί τη γνώση και όχι την πίστη και θα σέβεται τη θρησκευτική συνείδηση όλων ανεξαιρέτως των μαθητών χωρίς διακρίσεις και αποκλεισμούς στο οποίο όλοι οι μαθητές/τριες θα εκπαιδεύονται μαζί, χωρίς απαλλαγές και σύμφωνα με τις πεποιθήσεις των γονέων τους. Η προσέγγιση αυτή δεν αποκλείει την απόδοση μεγαλύτερης έμφασης στο ελληνορθόδοξο χριστιανικό δόγμα λαμβάνοντας υπόψην το κοινωνικοπολιτισμικό και ιστορικό υπόβαθρο της κυπριακής κοινωνίας, δεδομένου ότι η έμφαση αυτή δίδεται μόνο σε ποσοτικό και όχι ποιοτικό βαθμό, χωρίς δηλαδή να παραβιάζεται η αρχή της θρησκευτικής ουδετερότητας και αμεροληψίας στο σχολικό περιβάλλον μέσα από βιωματικού και κατηχητικού τύπου δραστηριότητες.

Σημαντικές προϋποθέσεις επίτευξης και αποτελεσματικότητας της πιο πάνω προσέγγισης είναι το υψηλό επίπεδο δεοντολογίας και επαγγελματικής κατάρτισης των εκπαιδευτικών καθώς και η υιοθέτηση διδακτικών πρακτικών που άρουν κοινωνικούς αποκλεισμούς και υπηρετούν τις αρχές του πλουραλισμού και της αντικειμενικότητας. Επιπρόσθετα, η θρησκευτική ουδετερότητα δεν συνεπάγει ότι το μάθημα πρέπει να διδάσκεται αποκομμένα και ανεξάρτητα, αλλά ως μέρος της ευρύτερης διαπολιτισμικής εκπαίδευσης και της εκπαίδευσης ανθρωπίνων δικαιωμάτων των μαθητών (Pepin, 2009). Με την προοπτική της ειρήνης και της επανένωσης του τόπου, η μεγαλύτερη πρόκληση για την κυπριακή θρησκευτική εκπαίδευση είναι η διατήρηση της ισορροπίας εκείνης που θα διασφαλίζει τη δίκαιη και κατάλληλη μεταχείριση των μειονοτήτων και θα αποφεύγει την όποια κατάχρηση από μέρους των κυρίαρχων θέσεων αφού “δημοκρατία δε σημαίνει ότι πάντα θα πρέπει να επικρατούν οι απόψεις της πλειοψηφίας” του γηγενούς πληθυσμου (Επίτροπος Προστασίας Δικαιωμάτων του Παιδιού, 2012). Πέραν της μελέτης και ανάλυσης των στάσεων και αντιλήψεων των εκπαιδευτικών στα σχολεία (Zembylas et al, 2016), θα πρέπει επίσης να ερευνηθούν και να ληφθούν υπόψην και οι στάσεις και προτιμήσεις των μαθητών/τριών όσον αφορά τη θρησκευτική τους διαπαιδαγώγηση στα σχολεία της Κύπρου. Στην έρευνα REDCo(2009), μαθητές και μαθήτριες από οκτώ ευρωπαϊκές χώρες έδειξαν ξεκάθαρη προτίμηση σε ένα μη ομολογιακό μάθημα, γνωσιολογικού περιεχομένου που προωθεί έμπρακτα το δικαίωμα θρησκευτικής ελευθερίας και υιοθετεί πρακτικές πλήρους αποδοχής της θρησκευτικής και όποιας άλλης διαφορετικότητας.

Οποιαδήποτε μετεξέλιξη και τροποποίηση του μαθήματος των θρησκευτικών, ιδιαίτερα στο κυπριακό συγκείμενο, επηρεάζει αναμφισβήτητα τις σχέσεις κράτους-εκκλησίας. Ο Κατάλιακος (2014) υπογραμμίζει πως αν η πίεση για αλλαγή ασκείται μόνο από τις θρησκευτικές μειονότητες και όχι από την κοινωνία στο σύνολο της, τότε το έργο μετεξέλιξης της θρησκευτικής εκπαίδευσης θα προσκρούει στις πάγιες θέσεις και αξιώσεις της επικρατούσας θρησκείας. Περαιτέρω επιστημονικές μελέτες και έρευνες πρέπει να ενημερώσουν την ήδη υπάρχουσα βιβλιογραφία εστιάζοντας πλέον στην προοπτική ειρήνης και επανένωσης του νησιού. Η ενιαία θρησκευτική εκπαίδευση είναι εφικτή αρκεί να “αντιμετωπιστεί από τη μια η εκκλησία χωρίς καχυποψία και από την άλλη το κράτος με εύνοια” (Κατάλιακος, 2014). Σε ένα κράτος συμβατό με τις σύγχρονες δημοκρατικές αξίες ισονομίας και σεβασμού των ατομικών ελευθεριών, το δημόσιο σχολείο ως κρατικός φορέας και ως χώρος σύνθεσης απόψεων και πολιτισμών πρέπει να διατηρεί την αμεροληψία και την ουδετερότητα του απέναντι σε όλες τις θρησκείες και να άρει κοινωνικούς αποκλεισμούς και διακρίσεις.

“Η θρησκευτική εκπαίδευση, βαθιά ριζωμένη στην ιστορία του κάθε κράτους, προσδιορίζει τη διαδικασία ωρίμανσης και εκδημοκρατικοποίησής του”. Καιρός λοιπόν να ωριμάσουμε και να συμβάλουμε στην εκδημοκρατικοποίηση της παρεχόμενης κυπριακής εκπαίδευσης διατηρώντας αισιόδοξη την προοπτική για ειρήνη και επανένωση.

_______________________________________________

Βιβλιογραφία:

– Έκθεση της Αρχής κατά του Ρατσισμού και των Διακρίσεων (Άρθρο 12Ν 42(1)/2004) Η διαδικασία απαλλαγής από το μάθημα των θρησκευτικών στα σχολεία Δημοτικής και Μέσης Εκπαίδευσης, Λευκωσία 7 Οκτωβρίου 2010.

– Επίτροπος Προστασίας Δικαιωμάτων του Παιδιού, Θέση Επιτρόπου Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού για τη Θρησκευτική Εκπαίδευση στο Δημόσιο Σχολείο, Λευκωσία, Νοέμβριος 2012  

– Κατάλιακος Γιώργος, Ελευθερίες Υπό Διαπραμάτευση, Η θρησκευτική εκπαίδευση στην Κύπρο και στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Εκδόσεις Πολιτεία, 2014

– Κουτσελίνη Μαίρη, Το αναλυτικό πρόγραμμα και το μάθημα των Θρησκευτικών στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στην Κύπρο σήμερα, αναρτημένη Παρουσίαση στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.schools.ac.cy/eyliko/mesi/themata/thriskeftika/arthra_erevnes_meletes/analytiko_programma.pdf

– Συμβούλιο της Ευρώπης, Education and Religion Recommendation 1720 (2005) και Religion and Democracy Recommendation 8270 (1998).

– Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού, Επιτροπή Θρησκευτικών, Αναλυτικό Πρόγραμμα Θρησκευτικών, Υ.Π.Π., Λευκωσία, 2009

– Φιλίππου Αντώνης, Η Διαχείριση της Διαφορετικότητας στο Μάθημα των Θρησκευτικών, άρθρο αναρτημένο στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.schools.ac.cy/eyliko/mesi/themata/thriskeftika/arthra_erevnes_meletes/diaxeirisi_diaforetikotitas.pdf

– Conroy, J., D. Lundie, R. Davis, V. Baumfield, P. Barnes, T. Gallagher, K. Lowden, N. Bourque, and K. Wenell. 2013. Does Religious Education Work? A Multi-Dimensional Investifation. London: Bloomsbury Academic

– Gearon, L. 2012. “European Religious Education and European Civil Religion”, British Journal of Educational Studies 60 (2): 151-169

– Jackson, R. 2011. “The interpretive approach as a research tool”, inside the REDCo project, British Journal of Religious Education.

– Loobuyck, P., Franken, L., Overbeeke, A. and De Hert, P. 2011. Religious Education in a Religiously Pluralised and Secularised Society. Waxmann Verlag

– Pepin Luce, 2009. Η διδασκαλία των θρησκειών στα Ευρωπαϊκά σχολικά συστήματα: Ζητήματα πολιτικής και τάσεις. Allian Publishing Trust

– REDCo. 2009. Teenager’s Perspectives on the Role of Religions in their Lives, Schools and Societies: A European quantitative study, (Pille Valk, Gerdien Bertram-Troost, Markus Friederici, Celine Beraud) Waxmann Verlag

– Thorsten,K., Jozsa, D.P., Bertram-Troost, G. and Ipgrave, J. 2008. Encountering Religious Pluralism in School and Society, Waxmann Verlag

– Zembylas, M. 2014. “Human Rights and Religious Education in the ontentious context of conflict-troubled societies: Perpectives from human rights education.” Journal of Beliefs and Values 35 (3): 303-314.

– Zembylas, M. 2015. “Emotion and traumatic conflict: Re-claiming healing in Education.”  Oxford: Oxford University Press

– Zembylas, M. and Loukaidis, L. 2016. “Emerging relationships between Religious Education and Citizenship Education: Teachers’ perceptions and political dilemmas in Cyprus.” British Journal of Religious Education

Το αποτελεσμα των εκλογων θα καθορισει το μελλον του Κυπριακου

Δίνουμε το μήνυμα της επιθυμίας για λύση ή διαιώνιση του διαχωρισμού

proedrikes_ekloges_2018

Το ΔΣ του ΟΠΕΚ εκτιμά τη σοβαρότητα των προεδρικών εκλογών της προσεχούς Κυριακής και καλεί τους πολίτες να ασκήσουν το εκλογικό τους δικαίωμα με περίσκεψη, σε συνάρτηση πάντα με τα μεγάλα ζητήματα που απασχολούν τη χώρα. Παράλληλα, επισημαίνει τα εξής:

  1. Το ΔΣ δεν θεωρεί αρμοδιότητά του να υποδείξει στους πολίτες ποιον από τους υποψηφίους να επιλέξουν. Τηρώντας τις καταστατικές αρχές του ΟΠΕΚ και σεβόμενο τη φυσιογνωμία και τον ρόλο του, όπως και στο παρελθόν έτσι και τώρα δεν εμπλέκεται σε διαδικασίες προεκλογικών εκστρατειών.
  2. Την ίδια στιγμή, ως Όμιλος που επιθυμεί να συμβάλει στον προβληματισμό γύρω από όλα τα σημαντικά ζητήματα που απασχολούν τη χώρα, δεν μπορεί να παραγνωρίσει το γεγονός ότι αμέσως μετά τις εκλογές η πολιτεία και οι πολίτες θα κληθούν να αντιμετωπίσουν σοβαρά διλήμματα, τα οποία η όχι ουσιαστική συζήτηση της προεκλογικής περιόδου τα συγκαλύπτει. Στο Κυπριακό, στην οικονομία και την ανάπτυξη, στη διοίκηση, στην κοινωνική συνοχή και τη μείωση των ανισοτήτων, θα πρέπει να ληφθούν σημαντικές αποφάσεις, αμέσως μετά τις εκλογές. Πολιτική ηγεσία και πολίτες θα κληθούν να επιδείξουν ισχυρή βούληση για λύση του Κυπριακού και για σοβαρές μεταρρυθμίσεις στα μεγάλα εσωτερικά ζητήματα.
  3. Δεν πρόκειται για εκλογική διαδικασία αποκλειστικά της ελληνοκυπριακής κοινότητας, αλλά της Κυπριακής Δημοκρατίας. Και κανένας εξωτερικός παράγοντας δεν δικαιούται να υποδείξει στους πολίτες τι να πράξουν. Παρόλα αυτά, το αποτέλεσμα των εκλογών θα αποτελεί δείκτη της βούλησης των Ελληνοκυπρίων στο Κυπριακό, θα ερμηνευτεί δε ανάλογα τόσο από τον διεθνή παράγοντα, όσο και από τους Τουρκοκυπρίους.

Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, καθώς και την ισχυρή δέσμευση του ΟΠΕΚ προς τη λύση Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας (όπως αυτή προκύπτει από το καταστατικό του και από το ανανεωμένο Πλαίσιο Αρχών και Στρατηγικών Στόχων – Σεπτέμβριος 2017), το ΔΣ θεωρεί κρίσιμης σημασίας να μην προκύψει στον πρώτο γύρο των εκλογών προτίμηση του λαού προς υποψηφίους με διακηρυγμένη αποστασιοποίηση από τη ΔΔΟ. Τυχόν τέτοια επιλογή θα ακυρώσει οριστικά τη δυνατότητα λύσης στη βάση του πολύ ικανοποιητικού για τις θέσεις της ελληνοκυπριακής πλευράς «πλαισίου Γκουτέρες». Θα δώσει στον ΟΗΕ, στην Ε.Ε., στον διεθνή παράγοντα γενικά, καθώς και στους Τουρκοκυπρίους, το μήνυμα της οριστικής παραίτησης από τις προσπάθειες για επίλυση του Κυπριακού, οδηγώντας μας έτσι στην άμεση και οριστική εμπέδωση της διχοτόμησης επί του εδάφους.

Από το ΔΣ του ΟΠΕΚ

Τα σημαντικα διακυβευματα του 2018

Πολιτική ηγεσία και πολίτες οφείλουμε να ετοιμαστούμε για μια δύσκολη χρονιά

Αυτήν την περίοδο συνηθίζουμε να ανταλλάσσουμε ευχές για τη νέα χρονιά, εκφράζοντας τις επιθυμίες και προσδοκίες μας. Το ΔΣ του ΟΠΕΚ, πέρα από τις καθιερωμένες ευχές, αισθάνεται την ανάγκη να επισημάνει και τα σοβαρά ζητήματα που θα πρέπει να μας απασχολήσουν ως κοινωνία, από τη στιγμή που η νέα χρονιά θα μας επιβάλει να ασχοληθούμε με αυτά:

  1. Τα μεγάλα ερωτήματα στο Κυπριακό θα εξακολουθήσουν να τίθενται. Το ναυάγιο του Κραν Μοντανά δεν «απάλλαξε» το πολιτικό προσωπικό από την υποχρέωση σοβαρής αντιμετώπισης των βασικών παραμέτρων του προβλήματος. Η απαξίωση των σκέψεων για «plan b» και δύο κράτη – που είχαν γίνει όχι μόνο από την Τουρκία, αλλά και από εγχώριους πρωταγωνιστές – πιστοποιεί ότι ο νέος Πρόεδρος θα κληθεί σύντομα να απαντήσει στο βασικό ερώτημα αν η ελληνοκυπριακή πλευρά επιθυμεί πράγματι τη λύση. Στη μόνη εφικτή βάση, δηλαδή της Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας, στο πλαίσιο του κεκτημένου των συνομιλιών και του εγγράφου Γκουτέρες. Το σύνολο της πολιτικής ηγεσίας, αλλά και της ελληνοκυπριακής κοινωνίας, θα πρέπει από τώρα να προετοιμαστούν για σοβαρή απάντηση στο ερώτημα. Τα περιθώρια τακτικιστικής διαχείρισης του ζητήματος είναι πλέον πολύ μικρά.

 

  1. Η κυπριακή οικονομία βρίσκεται σε φάση σταθεροποίησης μετά την κρίση, αλλά τα δομικά ελλείμματα θα αποδειχθούν κρίσιμα, ίσως και καταστροφικά κατά το 2018-19: Η περιστασιακή αύξηση των εσόδων (αύξηση τουρισμού για συγκυριακούς λόγους, πωλήσεις υπηκοοτήτων/ διαβατηρίων και οικιών σε ξένους κλπ.) συγκαλύπτει την απουσία στρατηγικού σχεδιασμού για ανάπτυξη της πραγματικής οικονομίας, με ενθάρρυνση νέων τομέων (τεχνολογία, καινοτομία, ευρύτερες υπηρεσίες) και δημιουργία του απαραίτητου θεσμικού και διοικητικού πλαισίου. Την ίδια στιγμή, οι ιδιωτικές και κρατικές δανειακές υποχρεώσεις θα κορυφωθούν, η ωρολογιακή βόμβα των κόκκινων δανείων θα είναι πιο κοντά στην έκρηξή της, υποχρεώνοντας τη νέα κυβέρνηση σε κρίσιμες αποφάσεις. Αν δεν υπάρξει άμεσος σχεδιασμός, η λογιστική αντιμετώπιση των ζητημάτων θα υποχρεώσει σε νέα επώδυνα μέτρα για την οικονομία και την κοινωνία.

 

  1. Ο κοινωνικός ιστός έχει διαρραγεί σχεδόν τελεσίδικα, με την καταστροφή της μεσαίας τάξης και τις μεγάλες κοινωνικές ανισότητες να κινδυνεύουν να μονιμοποιηθούν. Αυτό προκαλεί σημαντικές στρεβλώσεις στην πραγματική διοίκηση (κομματοκρατία, διαφθορά και πελατειακές σχέσεις) και περαιτέρω απώλεια της εμπιστοσύνης του πολίτη προς το κράτος. Αν δεν ληφθούν άμεσα από το πολιτικό προσωπικό ευφάνταστα, τολμηρά και ριζοσπαστικά μέτρα, πριν το τέλος του 2018, η κατάσταση δεν θα παγιωθεί απλώς. Θα επιδεινωθεί, με ανεξέλεγκτες συνέπειες σε όλους τους τομείς.

 

  1. Το κοσμικό κράτος στην Κύπρο βρίσκεται σε κρίση. Η πολιτική ηγεσία, η κρατική διοίκηση και οι πολίτες δεν έχουν κατακτήσει τα βήματα εκκοσμίκευσης που είναι απαραίτητα για τη συμπόρευση με τις αρχές ενός κράτους δικαίου, στηριγμένου στις αρχές του ευρωπαϊκού ουμανισμού. Το 2017 απέδειξε ότι η προσχηματική προσαρμογή σε αρχές της Ε.Ε., χωρίς ουσιαστική κατοχύρωση της κοσμικότητας και της αρχής της μη διάκρισης μεταξύ πολιτών (στη βάση θρησκευτικών, εθνικών, ατομικών επιλογών) έχει φτάσει στα όριά της. Η πολιτεία θα αντιμετωπίσει τον κίνδυνο της κατάρρευσης πολλών λειτουργιών της αν η ένταξη στην Ε.Ε. δεν γίνει επιτέλους – 13 χρόνια μετά την τυπική ένταξη – ουσιαστική και λειτουργική. Ακόμη και σε «επιμέρους» τομείς, όπως η θρησκοληπτικά δομημένη εκπαίδευσή της. Τα υπερβολικά προνόμια της εκκλησίας μιας θρησκείας, και κυρίως η ανοχή απέναντι στα άτυπα «δικαιώματα» αυτής της εκκλησίας και του επικεφαλής της να καθορίζουν την πολιτειακή λειτουργία οδηγούν σε αδιέξοδα. Η σιωπή κομμάτων και υποψηφίων – πλην ελαχίστων εξαιρέσεων – απέναντι στην απαίτηση του επικεφαλής της ορθόδοξης εκκλησίας να καθορίζει το μέλλον της Κύπρου, την οικονομική, κοινωνική και μεταναστευτική της πολιτική, και το εύρος των ατομικών δικαιωμάτων, φέρνουν την ελληνοκυπριακή πολιτεία σε σύγκρουση με την πορεία που έχει επιλέξει, δηλαδή τον κόσμο των ανεπτυγμένων κρατών και κοινωνιών. Το πολιτικό προσωπικό θα πρέπει άμεσα να προβληματιστεί και να αποφασίσει πώς θα απαντήσει στην κρίση που προδιαγράφεται.

 

  1. Το κράτος θα πρέπει να απαντήσει μέσα στο 2018 σε μια σειρά από ζητήματα εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής, τα οποία υπήρξαν τον τελευταίο ενάμιση χρόνο θύματα μιας παρατεταμένης προεκλογικής περιόδου – με αποτέλεσμα η ουσιαστική αντιμετώπισή τους να αναβάλλεται αντί να επισπεύδεται. Αυτά αφορούν τις επιλογές συμμαχιών στον διεθνή και περιφερειακό χώρο, καθώς και τις σχέσεις με μεγάλες χώρες και τα όρια εξάρτησης από αυτές. Αφορούν επιπλέον τον σχεδιασμό της πολιτικής αναφορικά με το φυσικό αέριο (τομέας στον οποίο το 2018 θα αναδείξει τα αδιέξοδα στην προοπτική εξόρυξης υδρογονανθράκων με άλυτο το Κυπριακό), τα ζητήματα του κοινωνικού κράτους (υγεία, εκπαίδευση, ανεργία, μη προνομιούχοι), και τις σχέσεις του τριγώνου κράτος-κόμματα-πολίτες (θεσμική αντιμετώπιση του προβλήματος της διαφθοράς και των πελατειακών σχέσεων). Τυχόν παρέλευση του 2018 χωρίς ουσιαστικές πολιτικές πάνω σε αυτά τα ζητήματα, με απλή προσωρινή διαχείριση, θα συνεπάγονται τη δημιουργία πολλαπλών κρίσεων, που θα είναι αδύνατο να αντιμετωπιστούν θετικά στα επόμενα χρόνια. Κρίσεων που θα αφορούν τόσο τη διεθνή θέση της Κύπρου, όσο και την εσωτερική κατάσταση.

Από το ΔΣ του ΟΠΕΚ