Η προοπτικη επιλυσης του Κυπριακου, η Ε.Ε. και το θεμα της ασφαλειας

Το ΔΣ του ΟΠΕΚ, σε έκτακτη συνεδρία του στις 17 Νοεμβρίου 2016, μελέτησε τις πρόσφατες εξελίξεις στις συνομιλίες στο Κυπριακό και κατέληξε ότι η ελληνοκυπριακή πλευρά μπορεί να προχωρήσει με αποφασιστικότητα στο τελικό στάδιο της διαπραγμάτευσης, με στόχο τη σύντομη κατάληξη σε συμφωνημένη λύση. Το ΔΣ του ΟΠΕΚ υπογραμμίζει ταυτόχρονα ότι κορυφαίος παράγοντας για τη δυναμική της παρούσας συγκυρίας και την κατάληξη σε συμφωνημένη λύση, είναι το σύγχρονο πλαίσιο που κατέκτησε η Κύπρος με τη συμμετοχή της στην ΕΕ. Η μέχρι τώρα ευρωπαϊκή συμβολή έχει αποδειχθεί ιδιαίτερα ευεργετική για αμοιβαία συμφέρουσες λύσεις στα ζητήματα που αφορούν την εφαρμογή των κοινοτικών ελευθεριών, τη λειτουργικότητα της λύσης και τη διακυβέρνηση, καθώς και τη βιωσιμότητα της οικονομίας.

Στο μείζον ζήτημα της ασφάλειας, το ΔΣ του ΟΠΕΚ θεωρεί ότι η αναζήτηση λύσης μέσω της τρέχουσας διαδικασίας συνομιλιών θα διευκολυνθεί με την μετακίνηση της βάσης συζήτησης στο θέμα της ασφάλειας από τις συμφωνίες του 1960, προκειμένου να ανταποκρίνεται τόσο στις ανάγκες και στις ανησυχίες των δύο κοινοτήτων, όσο και στις σύγχρονες συνθήκες, της συμμετοχής της Κύπρου στην ΕΕ, την αστάθεια στην περιοχή κλπ.. Γι’ αυτό επαναλαμβάνει τις βασικές του εισηγήσεις:

1. Τόσο η επανάληψη του συστήματος του 1960, όσο και η πλήρης κατάργηση κάθε μορφής συστήματος ασφάλειας, ισοδυναμούν με μη λύση.

2. Το δικαίωμα μονομερούς επέμβασης, αντίκειται σε όλες τις συνθήκες πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε η ΕΕ, από το 1957 έως σήμερα. Η κατάργησή του δικαιώματος μονομερούς επέμβασης, ιδιαίτερα της στρατιωτικής, θα πρέπει να βρίσκεται ψηλά στον κατάλογο προτεραιοτήτων της ελληνοκυπριακής πλευράς.

3. Η συμφωνία του ’60 χρειάζεται να αντικατασταθεί με μια νέα συνθήκη ασφάλειας, στην οποία θα αποκλείεται η χρήση ή η απειλή χρήσης βίας, με αξιοποίηση των Κεφαλαίων 6 και 7 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ.

4. Η ΕΕ, και πιο συγκεκριμένα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, θα πρέπει να επιβλέπει τη διαδικασία ειρήνευσης, ενώ το Συμβούλιο Υπουργών θα μπορεί να εποπτεύει την υλοποίηση της συμφωνίας.

5. Για ένα μεταβατικό διάστημα, ειδικό σώμα από στρατιωτικές και αστυνομικές δυνάμεις, υπό τον ΟΗΕ, μπορεί να εποπτεύει τις διαδικασίες αποχώρησης του τουρκικού στρατού, των «τουρκοκυπριακών στρατιωτικών δυνάμεων», και τις διαδικασίες αφοπλισμού της Εθνικής Φρουράς, στο συμφωνημένο χρονοδιάγραμμα, έχοντας εντολή κατευθείαν από το Συμβούλιο Ασφαλείας να παρεμβαίνει σε περίπτωση που παρατηρηθεί ουσιώδης παραβίαση των συμφωνηθέντων.

6. Συμπληρωματικά, μπορεί να συμφωνηθεί ώστε να παραμείνει στο έδαφος της Κύπρου ένα στρατιωτικό τμήμα από την Ελλάδα και ένα από την Τουρκία, κατά το ανάλογο της ΕΛΔΥΚ (950 Έλληνες στρατιώτες) και της ΤΟΥΡΔΥΚ (650 Τούρκοι στρατιώτες). Τα δύο τμήματα θα «συντονίζονται» από επικεφαλής στρατιωτικό που θα ορίσει η ΕΕ. Στη συμφωνία θα πρέπει να περιλαμβάνεται η πρόνοια του τερματισμού της παρουσίας αυτών των τμημάτων, μετά από καθορισμένο διάστημα.

7. Με δεδομένες τις ασύμμετρες απειλές, στο νέο κυπριακό Σύνταγμα θα πρέπει να γίνεται αναφορά στη Συνθήκη της Λισσαβόνας, και ειδικότερα στη «Ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής», που προβλέπει ότι «σε περίπτωση κατά την οποία κράτος-μέλος της ΕΕ δεχθεί ένοπλη επίθεση στο έδαφός του, τα άλλα κράτη μέλη οφείλουν να του παράσχουν βοήθεια και συνδρομή με όλα τα μέσα που έχουν στη διάθεσή τους».

Από το ΔΣ του ΟΠΕΚ

Advertisements

Το κυπριακο εν οψει της Γενευης

Το ΔΣ του ΟΠΕΚ θεωρεί ότι οι εξελίξεις στο Μοντ Πελεράν δημιουργούν τις προϋποθέσεις για τη σύντομη επίλυση του Κυπριακού. Αυτό μπορεί να συμβεί, αν γίνουν έγκαιρα κατανοητά και αποδεκτά τα πιο κάτω:

  1. Οι συνομιλίες στο Μοντ Πελεράν θα μπορούσαν να είναι ακόμη πιο παραγωγικές, αν είχαν ενισχυθεί με τη φυσική παρουσία του αντιπροσώπου του προέδρου της Eυρωπαϊκής Επιτροπής Ζ. Κ. Γιούνκερ. Η συμμετοχή του κ. Βαν Νούφελ στις συνομιλίες στη Λευκωσία αποδείχτηκε καταλυτικά θετική. Η εκ μέρους μας υποτίμηση των ευεργετημάτων από τυχόν παρουσία του στο Μον Πελεράν μπορεί να αποδειχτεί επιζήμια. Παράλληλα, η σύνθεση της ελληνοκυπριακής αντιπροσωπείας θα μπορούσε να ήταν πιο ισχυρή.

  1. Η πρόοδος στο εδαφικό δικαιολογεί την εκτίμηση ότι ίσως είμαστε σε ακτίνα συμφωνίας στο κεφάλαιο αυτό. Η τουρκοκυπριακή ηγεσία θα πρέπει να επιδείξει την απαιτούμενη πολιτική θέληση για να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις κατάληξης σε συμφωνία και στο κεφάλαιο αυτό.

  1. Η διακοπή της διαπραγμάτευσης για μιαν εβδομάδα θα μπορούσε να αποφευχθεί. Αν η τουρκοκυπριακή αντιπροσωπεία διέκοπτε τον διάλογο για να διαβουλευτεί με την Άγκυρα, αυτό θα είχε δημιουργήσει αρνητικούς συνειρμούς στη δική μας κοινότητα.

  1. Η ανάγκη για ενημέρωση του Αρχιεπισκόπου και των κομμάτων θα μπορούσε κάλλιστα να είναι επαρκέστατη με τη βοήθεια της σύγχρονης τεχνολογίας, ή/και την έκτακτη επιστροφή στην Κύπρο ενός εκ των συνεργατών του Προέδρου. Αντίθετα, η διακοπή για οκτώ μέρες δημιουργεί κινδύνους απώλειας του μομέντουμ: Παρέχεται άπλετος χρόνος στις – εντός και εκτός Κύπρου – δυνάμεις που δεν επιθυμούν σύντομη λύση να λειτουργήσουν αποτρεπτικά. Το ίδιο μπορεί να συμβεί και από ένα οποιοδήποτε τυχαίο γεγονός, πράγμα όχι απίθανο στις εποχές που ζούμε.

  1. Είμαστε στο στάδιο που επιβάλλεται η επίδειξη ισχυρής θέλησης και αποφασιστικότητας. Για να έχουμε ολοκλήρωση της διαδικασίας μέχρι το τέλος αυτού του χρόνου, απαιτείται εκδήλωση ηγετικής συμπεριφοράς. Οι ταλαντεύσεις, η επένδυση στην προσδοκία ότι θα συμφωνήσουν σε μια λύση ακόμη και δυνάμεις που μάχονται για την πλήρη ακύρωσή της, δεν συνιστούν την πιο σοφή τακτική αυτήν την περίοδο.

  1. Δεν είμαστε μόνοι στο παγκόσμιο χωριό. Οι εξελίξεις τρέχουν και χωρίς εμάς. Αυτό δείχνει και η απογοητευτική εξέλιξη στις ΗΠΑ, με την εκλογή ενός προέδρου με αναχρονιστικές ιδέες. Γι’ αυτό ο χρόνος έχει μεγάλη σημασία στην προσπάθεια για λύση. Η απατηλή εντύπωση ότι μπορούμε να ελέγχουμε τον χρόνο και τις διεθνείς εξελίξεις μπορεί να αποβεί μοιραία. Έχουμε καθήκον να αφοσιωθούμε χωρίς περισπασμούς στον στόχο για σύντομη επίτευξη συμφωνίας.

  1. Η κοινή γνώμη θα πρέπει να αρχίσει να γίνεται κοινωνός του γενικού πλαισίου των συγκλίσεων. Αυτό μπορεί να γίνει με δύο τρόπους: Είτε με την εγκατάλειψή της στην παραπληροφόρηση, είτε με την άμεση δημιουργία υποδομών έγκυρης ενημέρωσης εκ μέρους της πολιτείας.

Από το ΔΣ του ΟΠΕΚ

για το ρολο των ΜΜΕ στο δημοσιο διαλογο για το Κυπριακο

Το ΔΣ του ΟΠΕΚ θεωρεί ότι μπροστά στις εξελίξεις των επομένων εβδομάδων και μηνών, οι Κύπριοι πολίτες έχουν δικαίωμα να απαιτούν από τα ΜΜΕ δίκαιη, αξιόπιστη, αμερόπλητη και αντικειμενική ενημέρωση που θα τους επιτρέψει με νηφαλιότητα να αποφασίσουν το μέλλον της πατρίδας μας σε ένα ενδεχόμενο δημοψηφίσματος. Σε αυτό το κορυφαίο ζήτημα για την ποιότητα της δημοκρατίας, το ΔΣ του ΟΠΕΚ υποστηρίζει τα ακόλουθα:

  1. Η πολύμηνη διαπραγμάτευση και η πιθανή κατάληξη σε συμφωνημένη λύση από την πλευρά της πολιτικής ηγεσίας έχει ήδη δημιουργήσει πολλαπλές και ευδιάκριτες ευθύνες στο ζήτημα της αξιόπιστης ενημέρωσης από την πλευρά τόσο της πολιτικής ηγεσίας, όσο και των ΜΜΕ. Δεν μπορεί να συνεχιστεί η κατάσταση εγκατάλειψης της κοινής γνώμης στην επιλεκτική ή αποσπασματική ενημέρωση ή χειρότερα στην παραπληροφόρηση.

  2. Η πολιτεία και τα ΜΜΕ έχουν αμοιβαία ευθύνη να διαμορφώσουν άμεσα ένα συγκροτημένο πλαίσιο για έγκυρη ενημέρωση και δίκαιη μεταχείριση της κοινής γνώμης. Ο ακρογωνιαίος λίθος για τη διεξαγωγή ενός δημοκρατικού και πολυφωνικού διαλόγου είναι οι πολίτες να λάβουν πρώτα πληροφόρηση, εις βάθος, με ακρίβεια και αντικειμενικότητα για το περιεχόμενο μιας συμφωνημένης λύσης.

  3. Ένας πραγματικός πολυφωνικός διάλογος χρειάζεται να αναμίξει με συντεταγμένο τρόπο στη βάση της αναλογικής ισότητας τις πολιτικές δυνάμεις και να εμπλουτιστεί από τη συμμετοχή των κοινωνικών φωνών, τις παραγωγικές τάξεις, τους συνδικαλιστικούς φορείς και την κοινωνία των πολιτών.

  4. Τα ΜΜΕ έχουν αποκλειστική ευθύνη να ενεργήσουν ώστε η πολυφωνία να μην μετατρέπεται σε μια παράθεση παράφωνων μονολόγων και να δίνει χώρο στην καλλιέργεια σύγχυσης και αποπροσανατολισμού της κοινής γνώμης. Η πολιτεία έχει εμπιστευτεί στα ΜΜΕ τη διαχείριση της δημόσιας σφαίρας διαλόγου και έχουν αυξημένη υποχρέωση, ιδίως η Δημόσια Ραδιοτηλεόραση, να λειτουργήσουν δίκαια, αμερόληπτα και με ακρίβεια στην είδηση, επιδιώκοντας με εντιμότητα απέναντι στους πολίτες να θέσουν τα πραγματικά ερωτήματα και να αναδείξουν τα πραγματικά γεγονότα.

  5. Τα ΜΜΕ έχουν υποχρέωση να ενεργήσουν ανεξάρτητα, να ερευνήσουν, να καταγράψουν και να ελέγξουν, να διασταυρώσουν τις πηγές και τις πληροφορίες τους. Οι πολίτες έχουν κάθε δικαίωμα να απαιτούν από τους δημοσιογράφους να μην αναπαράγουν ή να τροφοδοτούν την κοινή γνώμη με σύνδρομα φόβου, ανασφάλειας και διχόνοιας.

  6. Στο ενδεχόμενο ενός δημοψηφίσματος, τα ΜΜΕ έχουν υποχρέωση να διασφαλίσουν ότι οι πολίτες θα αφεθούν απερίσπαστοι να αποφασίσουν, ζυγίζοντας συνολικά και με τη δική τους κρίση τα θετικά και τα αρνητικά μιας πολύπλοκης συμφωνίας.

Το ΔΣ του ΟΠΕΚ επιθυμεί να υπομνήσει τη συνεισφορά ενός κορυφαίου Κύπριου δημοσιογράφου, του Ανδρέα Χριστοδουλίδη, που με το ήθος και το έργο του, σφράγισε τη σύγχρονη αντίληψη για το δημοσιογραφικό λόγο που υπηρετεί τη δημοκρατία, τη δεοντολογία και το δημόσιο συμφέρον:

Ο δημοσιογραφικός λόγος είναι λόγος «θεσμικός», στηρίζεται σε αρχές και επαγγελματικούς κανόνες δεοντολογίας. Αφού ερευνά, καταγράφει και αποκαλύπτει, παρακολουθεί και ελέγχει. Είναι λόγος δημοσίου ενδιαφέροντος γιατί παίζει σημαντικό ρόλο στην καθημερινή ενημέρωση των πολιτών, βοηθά στην ικανοποιητική εξάσκηση των δικαιωμάτων και των δημοκρατικών τους υποχρεώσεων. Είναι λόγος συναινετικός και διαμεσολαβητικός, ένας δίαυλος επικοινωνίας μεταξύ των δημοκρατικών θεσμών, όπου λαμβάνονται οι αποφάσεις και των πολιτών στην καθημερινή ζωή τους. Προσφέρει έγκυρη και άμεση πληροφόρηση, είναι λόγος αξιόπιστος, ακριβής και ουσιαστικός. 

Ο «δημοσιογραφικός λόγος» είναι πολυφωνικός, αποτελείται από πολλές και συχνά διαφορετικές φωνές. Το ύφος που επιλέγει, τα στοιχεία του γεγονότος που αναδεικνύει, δείχνουν αν παραποιεί ή εξιδανικεύει την πραγματικότητα, ωραιοποιεί ή καταγγέλλει μία πράξη, προβάλλει ή “χαντακώνει”, ή αξιοποιεί στερεότυπα για να τραβά την προσοχή πολύ περισσότερο από όσο πρέπει.

Τα ΜΜΕ έχουν το ρόλο του «θυροφύλακα» (Gatekeepers) της ενημέρωσης. Όσο ο δημοσιογραφικός λόγος εκφράζεται από αξιόπιστα ΜΜΕ, από ανεξάρτητους και ικανούς δημοσιογράφους με αρχές και γνώσεις, εκφραστές του συμφέροντος των απλών πολιτών, τόσο η αξία του αναγνωρίζεται και ο κοινωνικοποιητικός ρόλος του γίνεται καταλυτικός”

Ανδρέας Χριστοδουλίδης, δημοσιογράφος, πρώην Γενικός Διευθυντής ΑΠΕ, Λευκωσία 4/7/2011

 

Από το ΔΣ του ΟΠΕΚ

ΓΙΑ TΙΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΙΚΕΣ ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ ΣΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ

Ο ΟΠΕΚ παρακολουθεί τις παρεμβάσεις του Αρχιεπισκόπου σε καθαρά πολιτειακά ζητήματα με ιδιαίτερη περίσκεψη, σεβόμενος την αντίληψη που έχει καθιερωθεί στην κοινωνία για τον «ιστορικό ρόλο» της Εκκλησίας.

Όμως, το ΔΣ του ΟΠΕΚ θεωρεί ότι, ιδιαίτερα οι τελευταίες παρεμβάσεις του Αρχιεπισκόπου, υπερβαίνουν τα εσκαμμένα κατά τρόπο που αντιστρατεύεται τη διατήρηση της κοσμικότητας του κυπριακού κράτους.

Συγκεκριμένα, το ΔΣ του ΟΠΕΚ επισημαίνει τα εξής:

  1. Η Κυπριακή Δημοκρατία, με βάση το Σύνταγμα του 1960, είναι ένα μη θρησκευτικό, ένα κοσμικό κράτος.

  2. Στις ελεύθερες περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας διαβιούν και έχουν την ιδιότητα του πολίτη πολλοί άνθρωποι οι οποίοι δεν ανήκουν στο ποίμνιο του Αρχιεπισκόπου, είτε τυπικά είτε άτυπα.

  3. Το Κυπριακό ουδέποτε είχε χαρακτήρα θρησκευτικής αντιπαράθεσης και είναι επικίνδυνη οποιαδήποτε κίνηση το μετατρέπει σε τέτοιο.

  4. Αρμόδια για τη διαπραγμάτευση όλων των πτυχών του Κυπριακού είναι η πολιτική ηγεσία, την οποία εκλέγει ο λαός με πραγματικές και δημοκρατικές εκλογές. Κανένας άλλος.

  5. Η άκριτη υιοθέτηση από τον Αρχιεπίσκοπο στόχων που είναι καταφανώς ανέφικτοι σε διάφορες πτυχές του Κυπριακού (όπως στο εδαφικό) μειώνει το κύρος του ως προϊσταμένου ενός θεσμού, υποδαυλίζει τη διχόνοια ανάμεσα στους Ελληνοκυπρίους, και υπηρετεί ακραίες πολιτικές δυνάμεις του τόπου.

  6. Η προαναγγελία από τον ίδιο για απόρριψη ενός σχεδίου λύσης – ενώ απέχουμε ακόμη από το ενδεχόμενο της υπογραφής συμφωνίας και την προσφυγή στον λαό – αποτελεί άστοχη αμετροέπεια που ωθεί την κοινωνία να υποθέσει ότι ο Αρχιεπίσκοπος ενεργεί ως πολιτικός με θέσεις που υπηρετούν την άρνηση και τη στασιμότητα.

Εν όψει των πιο πάνω, το ΔΣ του ΟΠΕΚ καλεί τις πολιτικές δυνάμεις να διαφυλάξουν την κοσμικότητα της κυπριακής πολιτείας (ανεξαρτήτως εάν υπηρετούνται τα στενά συμφέροντά τους από τη συμπεριφορά του Αρχιεπισκόπου ή όχι), και την οργανωμένη κοινωνία των πολιτών να δείξει με τη συμπεριφορά της τη δυσαρέσκειά της για την ανάμειξη του Αρχιεπισκόπου στα πολιτειακά ζητήματα.

Από το ΔΣ του ΟΠΕΚ

Οι συνομιλιες και το θεμα της ασφαλειας

Το ΔΣ του ΟΠΕΚ θεωρεί ότι η αναζήτηση λύσης μέσω της τρέχουσας διαδικασίας συνομιλιών θα διευκολυνθεί αν έγκαιρα μετακινηθεί η βάση συζήτησης στο θέμα της ασφάλειας από τις συμφωνίες του 1960, προκειμένου να ανταποκρίνεται τόσο στις ανάγκες και στις ανησυχίες των δύο κοινοτήτων, όσο και στις νέες συνθήκες και δεδομένα που μεσολάβησαν τα τελευταία 56 χρόνια. Οι συνθήκες είναι πλέον πολύ διαφορετικές, σε διεθνές επίπεδο και σε επίπεδο τοπικών δεδομένων. Βρισκόμαστε σε ένα εντελώς διαφορετικό περιβάλλον από εκείνο του Ψυχρού Πολέμου. Οι διεθνείς κανόνες δικαίου είναι πλέον πολύ διαφορετικοί. Το ίδιο συμβαίνει και με τις περιφερειακές συνθήκες (η Κύπρος μέλος της Ε.Ε., αστάθεια στην περιοχή κλπ.).

Οι ανησυχίες των Τουρκοκυπρίων για ενδεχόμενες επιθετικές συμπεριφορές της μεγαλύτερης ελληνοκυπριακής κοινότητας, μετά το 1974 συνοδεύονται από έντονες ανησυχίες των ελληνοκυπρίων για επέμβαση της Τουρκίας – κυρίως στρατιωτική.

Εν όψει των πιο πάνω, το ΔΣ του ΟΠΕΚ υποστηρίζει τα εξής:

1. Τόσο η επανάληψη του συστήματος του 1960, όσο και η πλήρης κατάργηση κάθε μορφής συστήματος ασφάλειας, ισοδυναμούν με μη λύση.

2. Το δικαίωμα μονομερούς επέμβασης, αντίκειται σε όλες τις συνθήκες πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε η ΕΕ από το 1957 έως σήμερα. Η κατάργησή του δικαιώματος μονομερούς επέμβασης, ιδιαίτερα της στρατιωτικής, θα πρέπει να βρίσκεται ψηλά στον κατάλογο προτεραιοτήτων της ελληνοκυπριακής πλευράς.

3. Με αυτά τα δεδομένα, επιβάλλεται να ξεπεραστεί η συμφωνία του ’60 και να αντικατασταθεί με μια νέα, στην οποία θα αποκλείεται η χρήση ή η απειλή χρήσης βίας.

4. Η νέα συμφωνία θα μπορούσε να ονομαστεί «συνθήκη ασφάλειας», καθώς δεν υπάρχουν συνθήκες εγγυήσεων στον 20ο αιώνα, πέρα από την περίπτωση της Κύπρου.

5. Ο ΟΗΕ – κεφάλαιο 6 και 7 του Καταστατικού Χάρτη – μπορεί να παράσχει το απαιτούμενο θεσμικό πλαίσιο, κάτω από τον συντονιστικό ρόλο του ΓΓ του ΟΗΕ.

6. Η ΕΕ, και πιο συγκεκριμένα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, μπορεί να επιβλέπει τη διαδικασία ειρήνευσης, ενώ το Συμβούλιο Υπουργών θα μπορεί να εποπτεύει την υλοποίηση της συμφωνίας.

7. Για ένα μεταβατικό διάστημα, ο χρόνος του οποίου θα συμφωνηθεί ανάμεσα στους δύο ηγέτες, μπορεί να δημιουργηθεί ειδικό σώμα από στρατιωτικές και αστυνομικές δυνάμεις, το οποίο θα βρίσκεται υπό τον συντονισμό και την ενιαία διοίκηση του ΟΗΕ και να αποτελείται από αποσπάσματα που θα διαθέσουν κράτη-μέλη της ΕΕ (εκτός της Ελλάδας και του Ηνωμένου Βασιλείου). Αυτές οι δυνάμεις από την ΕΕ και τον ΟΗΕ θα κληθούν να εποπτεύσουν τις διαδικασίες αποχώρησης του τουρκικού στρατού, των «τουρκοκυπριακών στρατιωτικών δυνάμεων», και τις διαδικασίες αφοπλισμού της Εθνικής Φρουράς, στο συμφωνημένο χρονοδιάγραμμα, με την ολοκλήρωση του οποίου θα ολοκληρωθεί και η παρουσία του σώματος στο νησί. Θα έχουν επίσης κατευθείαν εντολή από το Συμβούλιο Ασφαλείας να παρεμβαίνουν σε περίπτωση που παρατηρηθεί ουσιώδης παραβίαση των συμφωνηθέντων.

8. Συμπληρωματικά στα όσα σημειώνονται στο (7), μπορεί να συμφωνηθεί ώστε να παραμείνει στο έδαφος της Κύπρου ένα στρατιωτικό τμήμα από την Ελλάδα και ένα από την Τουρκία, κατά το ανάλογο της ΕΛΔΥΚ (950 έλληνες στρατιώτες) και της ΤΟΥΡΔΥΚ (650 τούρκοι στρατιώτες). Τα δύο τμήματα θα «συντονίζονται» από επικεφαλής στρατιωτικό που θα ορίσει η ΕΕ. Η πρόνοια αυτή θα μπορούσε να τερματιστεί σε 10 χρόνια, είτε λαμβανομένης υπόψη της προόδου στις ευρωτουρκικές σχέσεις, βασισμένες στις προϋποθέσεις που έχουν τεθεί στο Διαπραγματευτικό Πλαίσιο της 3ης Οκτωβρίου 2005, είτε με ομόφωνη απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου της Ομοσπονδιακής Κυπριακής Δημοκρατίας.

9. Η νέα αρχιτεκτονική ασφάλειας για την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Κύπρου συνδέεται με την ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφαλείας και τις πολιτικές της συνεργασίας στην Α. Μεσόγειο. Λαμβάνοντας αυτό υπόψη:

α) Η ευρωτουρκική σχέση βασίζεται στο πλαίσιο που έχει διαμορφώσει η πολιτική του Ελσίνκι το 1999, και η συνέχισή της συμβάλλει στην βελτίωση του κλίματος για επίλυση των μεγάλων προβλημάτων στην περιοχή μας. Οι κατευθυντήριες βάσεις έχουν τεθεί και η Τουρκία οφείλει να προσαρμοστεί στις πρόνοιες του Διαπραγματευτικού Πλαισίου της 3ης Οκτωβρίου 2005 και τις Ετήσιες Εκθέσεις Προόδου της Επιτροπής. Με την προϋπόθεση αυτή, η διατήρηση και ενίσχυση των δεσμών Τουρκίας – ΕΕ είναι προς όφελος όλων, πράγμα που αναμένεται ότι θα καθορίσει τη σχετική στάση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Κύπρου στο μέλλον.

β) Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Κύπρου, ως πλήρες μέλος της ΕΕ, θα αποτελέσει αποφασιστικό παράγοντα για ανάπτυξη πολιτικών ειρήνης στην περιοχή, οι οποίες θα ισχυροποιούνται με συνέργειες με κράτη της περιοχής, όπως η Ελλάδα και η Τουρκία.

γ) Η ενεργειακή πολιτική της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Κύπρου θα συμβάλει και στην ειρήνευση της περιοχής, με συνέργειες με γειτονικά κράτη, και στο πλαίσιο της πολιτικής της Ε.Ε.

11. Με δεδομένες τις ασύμμετρες απειλές που συνιστούν για την περιοχή μας οι τρομοκρατικές επιθέσεις, ιδιαίτερα εκ μέρους του «Ισλαμικού Κράτους», στο νέο κυπριακό Σύνταγμα θα πρέπει να γίνεται αναφορά στη Συνθήκη της Λισσαβόνας, και ειδικότερα στη «Ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής», η οποία στο άρθρο 28α, παρ. 7, του Τίτλου V, προβλέπει ότι «σε περίπτωση κατά την οποία κράτος- μέλος της ΕΕ δεχθεί ένοπλη επίθεση στο έδαφός του, τα άλλα κράτη μέλη οφείλουν να του παράσχουν βοήθεια και συνδρομή με όλα τα μέσα που έχουν στη διάθεσή τους.

Από το ΔΣ του ΟΠΕΚ

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΟΠΕΚ ΓΙΑ TO ΕΔΑΦΙΚΟ

Το ΔΣ του ΟΠΕΚ κρίνει ότι η συζήτηση ανάμεσα στους ηγέτες των δύο κοινοτήτων για την εδαφική πτυχή του κυπριακού συνιστά μια κρίσιμη παράμετρο στην προσπάθεια για την επίτευξη συνολικής λύσης. Κάθε κεφάλαιο της διαπραγμάτευσης διαθέτει τη δική του αυτονόητη σημασία, γι’ αυτόν τον λόγο η πτυχή του εδαφικού αποτελεί κομβικό σημείο για την πρόοδο στις διαπραγματεύσεις.

Θεωρούμε ότι η τουρκοκυπριακή ηγεσία οφείλει να κάνει περισσότερα βήματα στο εδαφικό, καθώς το ζήτημα είναι κεφαλαιώδους σημασίας για την ελληνοκυπριακή κοινότητα. Η αντίληψη ότι το εδαφικό μπορεί να επιλυθεί με την εφαρμογή των βασικών ελευθεριών και χωρίς ουσιώδεις εδαφικές αναπροσαρμογές δεν βοηθά τη διαπραγμάτευση να προχωρήσει στην κατεύθυνση που η πλειοψηφία και στις δύο κοινότητες επιδιώκει.

Η εφαρμογή των θεμελιωδών ελευθεριών, όπως διασφαλίζονται από την πρακτική της Ε.Ε., συνοδευόμενη από ουσιώδεις εδαφικές αναπροσαρμογές θα συμβάλει τα μέγιστα στο να αποκτήσει η διαπραγματευτική διαδικασία νέο μομέντουμ. Κάτι τέτοιο θα εξασφαλίσει, πρόσθετα, ένα καλύτερο πολιτικό και διαπραγματευτικό περιβάλλον για τη συζήτηση του θέματος της ασφάλειας.

Από το ΔΣ του ΟΠΕΚ

 

Ανησυχητικη η εικονα του εσωτερικου μετωπου

Με την ευκαιρία της έναρξης του νέου εντατικού γύρου συνομιλιών, το κλίμα που διαμορφώνεται στο εσωτερικό της ελληνοκυπριακής κοινότητας δημιουργεί έντονη ανησυχία στο ΔΣ του ΟΠΕΚ, επειδή διαπιστώνει ότι

  • Η αντιπαράθεση ανάμεσα στις πολιτικές δυνάμεις κορυφώνεται κατά έναν τρόπο αντίθετο με την ανάγκη για ψύχραιμη και ορθολογιστική συζήτηση πάνω σε σημαντικά ζητήματα. Η υπερίσχυση του συνθηματικού λόγου είναι ο χειρότερος σύμβουλος.

  • Ενώ με τις νέες εντατικοποιημένες συνομιλίες κορυφώνεται η προσπάθεια επίλυσης του Κυπριακού, η ελληνοκυπριακή κοινωνία δεν έχει ακόμη πλήρη εικόνα ως προς την ουσία και τη φύση της επιδιωκόμενης λύσης Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας. Οι επίσημες επικοινωνιακές επιλογές, οι οποίες δίνουν ακόμη έμφαση στα περί «νίκης» στη Ν. Υόρκη, ακούσια συμπλέουν με τον κόσμο των στερεοτύπων, αντί να τα αμφισβητούν. Εν τέλει, όχι μόνο δεν βοηθούν αλλά επιτείνουν τη σύγχυση στην κοινωνία, εκτρέφουν την κόπωσή της λόγω των αμφιθυμικών μηνυμάτων, και την προετοιμάζουν για έναν απαξιωτικό αρνητισμό απέναντι στο ενδεχόμενο λύσης.

  • Αντί ο πολιτικός κόσμος να συμβάλει ώστε ο πολίτης να κρίνει ψύχραιμα, παρατηρούνται ακρότητες και οπισθοδρομήσεις που δηλητηριάζουν τη σκέψη. Χαρακτηριστικό δείγμα οι αδικαιολόγητες ενέργειες κατά της θεατρικής παράστασης «Αντιγόνη» στη Σαλαμίνα, που αποτελεί κόσμημα ορθολογιστικής συμβολής στην επανένωση της Κύπρου.

Εν όψει των πιο πάνω, το ΔΣ του ΟΠΕΚ θεωρεί επείγουσας σημασίας τα εξής:

  • Την ουσιαστική συμβολή των ΜΜΕ στη δημιουργία κλίματος ψύχραιμου, ορθολογιστικού και γενικά υγιούς διαλόγου μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων και της κοινωνίας.

  • Τη συστηματικότερη ενημέρωση της κοινωνίας για το γενικό πλαίσιο και τη φύση της επιδιωκόμενης λύσης Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας. Δεν είναι η ώρα των λεπτομερειών. Όμως, επείγει η γνωσιολογική εξοικείωση της κοινωνίας με το γενικό πλαίσιο της επιδιωκόμενης λύσης.

  • Η Κυβέρνηση οφείλει να καταβάλει κάθε προσπάθεια για την επαναφορά και τη διαφύλαξη κλίματος σοβαρού διαλόγου και ψύχραιμης ενημέρωσης της ελληνοκυπριακής κοινωνίας. Σε αυτήν ανήκει εξ ορισμού η κύρια ευθύνη για προστασία της κοινωνίας από την αναλήθεια, γι’ αυτό και δεν δικαιολογείται να συνεχίζει να παρακολουθεί ως ουδέτερος θεατής την κυριαρχία της συνθηματολογίας και του τοξικού λόγου.

Από το ΔΣ του ΟΠΕΚ