ΟΠΕΚ: Ο διαχωρισμός των εξουσιών του Γενικού Εισαγγελέα επιβάλλεται να συνοδεύεται από έλεγχο των αποφάσεών του
Η πρόσφατη καταδίκη της Κύπρου από το ΕΔΑΔ, εξαιτίας πράξεων ή/και παραλείψεων του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα, κ. Σάββα Αγγελίδη, που οδήγησαν στην αρχειοθέτηση σοβαρής υπόθεσης βιασμού γυναίκας από στέλεχος πολιτικού κόμματος, ρίχνει ακόμη πιο βαριές σκιές πάνω στο κύρος και την αξιοπιστία της Νομικής Υπηρεσίας και καταφέρει βαρύτατο πλήγμα στην ήδη διαβρωμένη εμπιστοσύνη της κοινωνίας στον θεσμό της Δικαιοσύνης.
Η λεκτική ανάληψη ευθύνης από τον κ. Αγγελίδη για τους χειρισμούς του, οι οποίοι στηρίχτηκαν σε σεξιστικά στερεότυπα και προκαταλήψεις, θα έπρεπε να συνοδευτεί από ουσιαστική ανάληψη ευθύνης και να οδηγήσει στην παραίτησή του από τη θέση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα, κάτι που θα αποτελούσε το ελάχιστο δείγμα θεσμικής ευθιξίας και σεβασμού προς την κοινωνία και το κράτος δικαίου.
Αντί τούτου, ο κ. Αγγελίδης, πλαισιωμένος από τον Γενικό Εισαγγελέα, επιχείρησε, κατά τη χθεσινή διάσκεψη Τύπου, να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα και να κρυφτεί πίσω από το πρόσχημα της δήθεν στοχοποίησης της ηγεσίας της Νομικής Υπηρεσίας. Σε μια επίδειξη θεσμικής αλαζονείας, παρουσίασε τόσο τον εαυτό του, όσο και τον κ. Γιώργο Σαββίδη, ως θύματα μιας δήθεν οργανωμένης και ενορχηστρωμένης εκστρατείας εναντίον τους, βαφτίζοντας την εύλογη και απολύτως δικαιολογημένη κριτική εναντίον τους ως απειλή κατά της Δικαιοσύνης.
Οι επικεφαλής της Νομικής Υπηρεσίας θα πρέπει να αντιληφθούν ότι κανείς δεν είναι υπεράνω κριτικής σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα, ιδίως σε ό,τι αφορά ζητήματα δημόσιας ευθύνης και λογοδοσίας των θεσμών απέναντι στην κοινωνία. Πρέπει επίσης να γνωρίζουν ότι τα όρια της κριτικής είναι ευρύτερα όταν απευθύνεται σε δημόσια πρόσωπα, τα οποία οφείλουν να ανέχονται την κριτική, όσο σκληρή κι αν είναι.
Η απόφαση του ΕΔΑΔ είναι καταπέλτης και απολύτως σαφής ως προς τις ευθύνες του κ. Αγγελίδη. Δεν αφήνει κανένα περιθώριο παρερμηνείας ή υπεκφυγής και αναδεικνύει, για ακόμη μία φορά, πόσο προβληματικό και επικίνδυνο, για το κράτος δικαίου και τη δημοκρατία, είναι το υπερ-προνόμιο του Γενικού και του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα να ασκούν ή να αναστέλλουν ποινικές διώξεις κατά την απόλυτη κρίση τους, χωρίς κανέναν θεσμικό έλεγχο, χωρίς διαφάνεια και χωρίς καμία λογοδοσία.
Την ίδια ώρα, η κυβέρνηση τηρεί, για άλλη μια φορά, ποντιοπιλατική στάση, κρυμμένη πίσω από το πρόσχημα της ανεξαρτησίας των θεσμών και την επίκληση της επικείμενης μεταρρύθμισης της Νομικής Υπηρεσίας, παρακολουθώντας παθητικά όσα διαδραματίζονται στον ευαίσθητο και κρίσιμο χώρο της Δικαιοσύνης, ανήμπορη, ή απρόθυμη, να παρέμβει και να δώσει ουσιαστικές λύσεις.
Ως ΟΠΕΚ, θεωρούμε ότι, αν ο διαχωρισμός των εξουσιών του Γενικού Εισαγγελέα δεν συνοδευτεί από την αλλαγή του τρόπου διορισμού τους – όχι αποκλειστικό δικαίωμα του ΠτΔ
– καθώς επίσης και την κατάργηση του ανέλεγκτου χαρακτήρα των αποφάσεών του, με τρόπο που να αποκαθιστά το τρωθέν κύρος και την εμπιστοσύνη των πολιτών στον θεσμό της Νομικής Υπηρεσίας, τότε δεν θα πρόκειται για πραγματική μεταρρύθμιση, αλλά για μία ημιτελή και ανεπαρκή, για τις σύγχρονες απαιτήσεις, εξέλιξη.
Το ΔΣ του ΟΠΕΚ
9 Ιουλίου 2025







