ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ
Η υπόθεση του δημοσιογράφου και ερευνητή Μακάριου Δρουσιώτη έχει πλέον ξεπεράσει τα όρια μιας μεμονωμένης δικαστικής αντιπαράθεσης. Η έκταση και η συσσώρευση των νομικών διαδικασιών που αντιμετωπίζει, καθώς και το συνεπακόλουθο προσωπικό και οικονομικό κόστος, εγείρουν σοβαρά ζητήματα που αφορούν την ερευνητική δημοσιογραφία, την ελευθερία του λόγου, το κράτος δικαίου και, τελικά, τη δυνατότητα ουσιαστικού δημόσιου ελέγχου της εξουσίας.
Δεν παραγνωρίζουμε ενδεχόμενα λάθη ή προβληματικούς χειρισμούς που μπορεί να υπήρξαν στην υπόθεση «Σάντη». Ούτε επιχειρούμε να υποκαταστήσουμε τη Δικαιοσύνη ή να προκαταλάβουμε την κρίση της ως προς οποιαδήποτε από τις υποθέσεις που βρίσκονται ενώπιόν της.
Αυτό, όμως, δεν αναιρεί ένα εξίσου σοβαρό ζήτημα δημοσίου συμφέροντος: το σωρευτικό δικαστικό, προσωπικό και οικονομικό βάρος που μπορεί να επωμιστεί ένας δημοσιογράφος ή ερευνητής εξαιτίας της δραστηριότητάς του και το μήνυμα που αυτό στέλνει σε όλους όσοι επιχειρούν να διερευνήσουν και να δημοσιοποιήσουν υποθέσεις διαφθοράς, διαπλοκής ή κατάχρησης εξουσίας.
Καταγγελίες που περιλαμβάνονται στο βιβλίο του «Κράτος Μαφία» του Μακάριου Δρουσιώτη αποτέλεσαν αντικείμενο πολυετούς αυτεπάγγελτης έρευνας της Ανεξάρτητης Αρχής κατά της Διαφθοράς, η οποία κατέληξε στον εντοπισμό ενδείξεων για ενδεχόμενα ποινικά αδικήματα και παρέπεμψε σχετικά ευρήματα για περαιτέρω διερεύνηση. Χωρίς αυτό να προδικάζει την ποινική ευθύνη οποιουδήποτε, καθιστά ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη οι καταγγελίες αυτές να διερευνηθούν μέχρι τέλους και να μην επισκιαστούν από τις δικαστικές υποθέσεις που αφορούν τον ίδιο τον καταγγέλλοντα.
Η δημοκρατία δεν απειλείται μόνο όταν απαγορεύεται σε κάποιον να μιλήσει. Αποδυναμώνεται και όταν το προσωπικό, δικαστικό ή οικονομικό κόστος της δημόσιας παρέμβασης γίνεται τόσο μεγάλο ώστε άλλοι να επιλέγουν τη σιωπή.
Ιδιαίτερα σοβαρός είναι ο κίνδυνος δημιουργίας του λεγόμενου chilling effect, όρου που χρησιμοποιείται ευρέως στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για να περιγράψει το αποτρεπτικό αποτέλεσμα που μπορεί να έχει η συσσώρευση νομικής, προσωπικής και οικονομικής πίεσης σε οποιονδήποτε θελήσει να ερευνήσει ζητήματα διαφθοράς και εξουσίας. Λειτουργεί δηλαδή ως αποτρεπτικός παράγοντας για δημοσιογράφους, ερευνητές, οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών ή πολίτες να αποφεύγουν να ερευνούν, να δημοσιοποιούν ή να τοποθετούνται για ζητήματα δημοσίου ενδιαφέροντος, όχι επειδή τους απαγορεύεται ευθέως, αλλά επειδή φοβούνται το πιθανό κόστος.Το αποτρεπτικό αυτό αποτέλεσμα δεν περιορίζεται στο πρόσωπο που βρίσκεται αντιμέτωπο με μια νομική διαδικασία. Το μήνυμα μεταφέρεται και σε άλλους δημοσιογράφους, ερευνητές, οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και πολίτες που παρακολουθούν τι συμβαίνει.
Το ερώτημα, επομένως, ξεπερνά τον Μακάριο Δρουσιώτη. Τι μήνυμα δίνεται σε έναν δημοσιογράφο που εξετάζει εάν θα προχωρήσει σε μια δύσκολη έρευνα; Σε έναν πολίτη που διαθέτει πληροφορίες για πιθανή διαφθορά; Σε έναν ερευνητή που καλείται να δημοσιοποιήσει στοιχεία που αφορούν ισχυρά πρόσωπα ή θεσμούς;
Εάν το τίμημα για όποιον επιλέγει να ερευνήσει και να αποκαλύψει ζητήματα δημοσίου συμφέροντος μπορεί να είναι η προσωπική και οικονομική του εξουθένωση, τότε το μήνυμα προς την κοινωνία είναι σαφές και επικίνδυνο: καλύτερα να μη μιλήσεις.
Η δημόσια συζήτηση γύρω από τις υποθέσεις που αφορούν τον Μακάριο Δρουσιώτη δεν πρέπει να οδηγήσει στην υποβάθμιση ή την εξαφάνιση από τον δημόσιο διάλογο των σοβαρών καταγγελιών για διαφθορά και λειτουργία των θεσμών που έχουν διατυπωθεί τα τελευταία χρόνια.Η αξιοπιστία κάθε καταγγελίας πρέπει να ελέγχεται. Οι καταγγελίες για ζητήματα δημοσίου συμφέροντος πρέπει επίσης να διερευνώνται μέχρι τέλους, ανεξάρτητα από την εξέλιξη άλλων υποθέσεων που αφορούν το πρόσωπο που τις διατύπωσε.
Θεωρούμε ότι η συγκεκριμένη υπόθεση πρέπει να αποτελέσει αφορμή για μια ευρύτερη δημόσια συζήτηση γύρω από την ερευνητική δημοσιογραφία, την προστασία της δημόσιας συμμετοχής, την αναλογικότητα των δικαστικών διαδικασιών και τις θεσμικές εγγυήσεις που χρειάζεται μια σύγχρονη ευρωπαϊκή δημοκρατία.
Καλούμε τις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, τον δημοσιογραφικό κόσμο, τους νομικούς, τους ακαδημαϊκούς και όλους όσοι υπερασπίζονται το κράτος δικαίου να συμμετάσχουν ενεργά σε αυτό τον δημόσιο διάλογο.
Η στήριξη της ερευνητικής δημοσιογραφίας δεν σημαίνει άκριτη αποδοχή κάθε δημοσιεύματος ή κάθε καταγγελίας. Σημαίνει υπεράσπιση του δικαιώματος και της υποχρέωσης των δημοσιογράφων να ερευνούν, της κοινωνίας να γνωρίζει και των θεσμών να ελέγχονται.
Το διακύβευμα, επομένως, δεν είναι η υπεράσπιση ενός προσώπου. Είναι η διασφάλιση ότι στην Κύπρο θα εξακολουθούν να υπάρχουν άνθρωποι πρόθυμοι να ερευνούν, να αποκαλύπτουν, να αμφισβητούν και να ζητούν λογοδοσία χωρίς τον φόβο ότι το τίμημα θα είναι η προσωπική και οικονομική τους εξουθένωση.Αυτό αφορά όλους, όσοι πιστεύουν σε μια δημοκρατία με ισχυρούς θεσμούς, ελεύθερη δημοσιογραφία και πραγματικό δημόσιο έλεγχο της εξουσίας.
Διοικητικό Συμβούλιο ΟΠΕΚ
13 Αυγούστου 2026








