Χρειάζεται η Ευρώπη μια Αμυντική Ένωση;»
«Χρειάζεται η Ευρώπη μια Αμυντική Ένωση;»
Η θέση της Κύπρου και οι επιπτώσεις στο Κυπριακό στο επίκεντρο δημόσιας συζήτησης ΟΠΕΚ – Κυπριακού Κέντρου PRIO
Οι επιπτώσεις που έχει για την Κύπρο και το Κυπριακό η διαμόρφωση μιας νέας ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής ασφάλειας βρέθηκαν στο επίκεντρο δημόσιας συζήτησης που διοργάνωσαν στις 7 Μαΐου στη Λευκωσία ο Όμιλος Προβληματισμού για τον Εκσυγχρονισμό της Κοινωνίας μας ΟΠΕΚ και το Κυπριακό Κέντρο PRIO Cyprus Centre.
Η εκδήλωση, με τίτλο «Χρειάζεται η Ευρώπη μια Αμυντική Ένωση; Ποιες οι Στρατηγικές Επιπτώσεις για την Κύπρο;», πραγματοποιήθηκε σε μια περίοδο έντονων γεωπολιτικών ανακατατάξεων, με επίκεντρο τον πόλεμο στην Ουκρανία, την κρίση στη Μέση Ανατολή και τη συζήτηση για τη στρατηγική αυτονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης που είναι στην ατζέντα και της Κυπριακής Προεδρίας του Συμβουλίου.
Κοινός παρονομαστής όλων των παρεμβάσεων ήταν ότι η ευρωπαϊκή συζήτηση για την άμυνα δεν αποτελεί πλέον ένα θεωρητικό ή μακρινό ζήτημα για την Κύπρο, αλλά μια εξέλιξη που επηρεάζει άμεσα το Κυπριακό, τις σχέσεις ΕΕ–Τουρκίας και τη συνολική ισορροπία στην Ανατολική Μεσόγειο.
Ο πρώην Υπουργός Άμυνας Χριστόφορος Φωκαΐδης, Πρόεδρος Ινστιτούτου Μελετών Πολιτικής και Δημοκρατίας υποστήριξε ότι η Κύπρος οφείλει να συμμετέχει ενεργά στις ευρωπαϊκές εξελίξεις στον τομέα της άμυνας και ασφάλειας, τονίζοντας ότι μια ισχυρότερη ευρωπαϊκή αμυντική διάσταση θα μπορούσε να λειτουργήσει θετικά για ένα μικρό κράτος που εξακολουθεί να βιώνει κατοχή και διαίρεση.
Όπως σημείωσε, η συζήτηση για κοινή ευρωπαϊκή άμυνα συνδέεται άμεσα με την πορεία πολιτικής ενοποίησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αν η Ευρώπη επιδιώκει βαθύτερη πολιτική ολοκλήρωση, τότε —κατά τον ίδιο— είναι λογικό να αναπτύξει κοινή εξωτερική πολιτική, αμυντικούς μηχανισμούς και στρατηγικές δυνατότητες.
Ο κ. Φωκαΐδης υπογράμμισε ωστόσο ότι για την Κύπρο το ζήτημα δεν είναι μόνο γεωπολιτικό αλλά και βαθιά πολιτικό. Επέμεινε ιδιαίτερα στην ανάγκη διαμόρφωσης ενός νέου αφηγήματος «ολικής Κύπρου», σημειώνοντας ότι η τουρκοκυπριακή κοινότητα δεν μπορεί να απουσιάζει από τη συζήτηση για το μέλλον της ασφάλειας του νησιού.
Προειδοποίησε μάλιστα ότι ο χρόνος λειτουργεί εις βάρος της προοπτικής επανένωσης, εάν συνεχιστεί η πολιτική και κοινωνική απομάκρυνση των Τουρκοκυπρίων από τις ευρωπαϊκές δομές και από την ίδια την Κυπριακή Δημοκρατία. Κατά την άποψή του, η Κύπρος χρειάζεται μια ολοκληρωμένη στρατηγική που να συνδέει την ευρωπαϊκή ασφάλεια με την προοπτική λύσης του Κυπριακού.
Ο πρώην Υπουργός Άμυνας εκτίμησε επίσης ότι το πιθανότερο σενάριο για το μέλλον δεν είναι ένας πλήρως ενιαίος ευρωπαϊκός στρατός, αλλά μια πολυεπίπεδη ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας, πιθανώς μέσα από «συμμαχίες προθύμων» ή ένα «Σένγκεν άμυνας», με στενή διασύνδεση με το ΝΑΤΟ.
Στην παρέμβασή του, ο Νιαζί Κιζίλγιουρεκ, ακαδημαϊκός και πρώην Ευρωβουλευτής του ΑΚΕΛ έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην ιστορική σχέση του Κυπριακού με τη γεωπολιτική θέση της Τουρκίας και με τη στάση της Δύσης απέναντι στην Κύπρο.
Όπως ανέφερε, η ελληνοκυπριακή ηγεσία διαχρονικά αντιμετώπιζε τη Δύση με καχυποψία, θεωρώντας ότι η στρατηγική σημασία της Τουρκίας εντός του ΝΑΤΟ λειτουργούσε σε βάρος των κυπριακών επιδιώξεων. Υπενθύμισε ότι η γεωπολιτική αξία της Κύπρου για την Άγκυρα επηρέασε καθοριστικά την εξέλιξη του Κυπριακού ήδη από τη δεκαετία του 1950.
Ο πρώην ευρωβουλευτής υποστήριξε ότι ούτε η πολιτική των Αδεσμεύτων ούτε η ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση οδήγησαν τελικά σε μια ευνοϊκότερη λύση του Κυπριακού για τους Ελληνοκύπριους, παρά τις προσδοκίες που είχαν καλλιεργηθεί.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στο γεγονός ότι η Τουρκία θεωρείται σήμερα στρατηγικά αναγκαία για την ευρωπαϊκή ασφάλεια και ότι οποιαδήποτε ευρωπαϊκή αμυντική αρχιτεκτονική δύσκολα μπορεί να υπάρξει χωρίς τη συμμετοχή ή τη συνεργασία της Άγκυρας.
«Δεν μπορούμε να αγνοούμε τη γεωπολιτική σημασία της Τουρκίας», σημείωσε χαρακτηριστικά, προειδοποιώντας ότι όσοι θεωρούν πως μια μελλοντική ευρωπαϊκή αμυντική πολιτική θα λειτουργήσει αυτόματα υπέρ της Κύπρου απέναντι στην Τουρκία, παραγνωρίζουν τις πραγματικές ισορροπίες ισχύος στην Ευρώπη.
Ο κ. Κιζίλγιουρεκ εξέφρασε επίσης ανησυχία για τη σταδιακή στρατηγική σύγκλιση Κύπρου–Ισραήλ, υποστηρίζοντας ότι η αυξανόμενη αντιπαράθεση Τουρκίας–Ισραήλ κινδυνεύει να «περάσει μέσα από την ίδια την Κύπρο», δυσκολεύοντας περαιτέρω την προοπτική λύσης.
Το πιο ουσιαστικό πολιτικό ερώτημα, όπως είπε, είναι εάν η κυπριακή πλευρά επιδιώκει πραγματικά επανένωση ή αν σταδιακά προσαρμόζεται στη λογική διαχείρισης μιας μόνιμα διχοτομημένης πραγματικότητας.
Ο ίδιος στάθηκε ιδιαίτερα στην ανάγκη ενσωμάτωσης των Τουρκοκυπρίων στις ευρωπαϊκές δομές και κατηγόρησε τόσο την Τουρκία όσο και την Κυπριακή Δημοκρατία ότι, για διαφορετικούς λόγους, εμποδίζουν αυτή τη διαδικασία. Προειδοποίησε μάλιστα ότι η τουρκοκυπριακή κοινότητα κινδυνεύει να χάσει σταδιακά τον χαρακτήρα αυτόνομου πολιτικού υποκειμένου, γεγονός που θα αλλάξει ριζικά τα δεδομένα οποιασδήποτε μελλοντικής λύσης.
Ο Χάρης Τζήμητρας Διευθυντής Κυπριακού Κέντρου Ειρήνης PRIO προσέγγισε το ζήτημα μέσα από το πρίσμα της κρίσης του διεθνούς συστήματος και της ανάγκης επαναπροσδιορισμού της έννοιας της ασφάλειας για την ίδια την Κύπρο.
Όπως υποστήριξε, η διεθνής τάξη που βασιζόταν σε θεσμούς, διεθνές δίκαιο και πολυμερή συνεργασία αποδυναμώνεται, ενώ οι διεθνείς σχέσεις γίνονται ολοένα και περισσότερο συναλλακτικές. Αυτό, σύμφωνα με τον ίδιο, δημιουργεί υπαρξιακά ερωτήματα για μικρά κράτη όπως η Κύπρος, που στήριξαν διαχρονικά την εξωτερική τους πολιτική στο διεθνές δίκαιο.
Ο Διευθυντής του PRIO επέμεινε ότι η Κύπρος δεν μπορεί να αντιμετωπίζει την ασφάλεια αποκλειστικά μέσα από στρατιωτικούς όρους. Ανέδειξε ζητήματα όπως η ενέργεια, το νερό, η κλιματική κρίση, η κοινωνική συνοχή και οι υποδομές ως κρίσιμες πτυχές της ανθρώπινης ασφάλειας.
«Δεν αρκεί να εξοπλιστούμε ως αστακός», ανέφερε χαρακτηριστικά, σημειώνοντας ότι η Κύπρος είναι ήδη μια από τις πιο στρατιωτικοποιημένες περιοχές του πλανήτη σε σχέση με το μέγεθος και τον πληθυσμό της.
Ο κ. Τζήμητρας προειδοποίησε επίσης ότι η Ευρώπη αλλάζει γρήγορα και ότι η ΕΕ προχωρά ήδη σε μια πραγματικότητα «δύο ταχυτήτων» στα ζητήματα ασφάλειας και άμυνας, με τις μεγάλες χώρες να παρακάμπτουν σταδιακά τη λογική της ομοφωνίας.
Παράλληλα, σημείωσε ότι η ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας χωρίς την Τουρκία δεν φαίνεται ρεαλιστική, ενώ εξέφρασε ανησυχία για τη σταδιακή αποδυνάμωση του ρόλου των Ηνωμένων Εθνών και της διεθνούς κοινότητας στο Κυπριακό.
Την ίδια ώρα, ανέδειξε ως ίσως σημαντικότερη εξέλιξη την αυξανόμενη ανάγκη συνεργασίας μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων σε ζητήματα καθημερινής επιβίωσης, όπως η ενέργεια, το περιβάλλον, η οικονομία και η μετανάστευση.
Κατά την άποψή του, οι κοινές προκλήσεις δημιουργούν μια ιστορική ευκαιρία για περισσότερη συνεργασία και οικοδόμηση εμπιστοσύνης, ακόμη και πριν από μια συνολική λύση του Κυπριακού.
Κλείνοντας τη συζήτηση, ο Γραμματέας του ΟΠΕΚ Μιχάλης Μπέης επιχείρησε να συνοψίσει τα βασικά σημεία σύγκλισης των ομιλητών.
Όπως ανέφερε, υπήρξε ευρεία συμφωνία ότι οποιαδήποτε νέα ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας θα περιλαμβάνει αναπόφευκτα ρόλο για την Τουρκία αλλά και για το Ηνωμένο Βασίλειο.
Κοινή εκτίμηση είναι επίσης ότι οι νέες ευρωπαϊκές συζητήσεις για την άμυνα μπορούν να λειτουργήσουν και ως πιθανός καταλύτης για το Κυπριακό, εφόσον η Κύπρος επιδιώξει να εντάξει πιο ενεργά το ζήτημα της δικής της ασφάλειας σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο ασφάλειας και συνεργασίας, που ενσωματώνει και δεν αποκλείει την Τουρκία.
Ο Μ. Μπέης διατύπωσε τη δική του άποψη ότι η Τουρκία διαθέτει πλέον κίνητρα για πρόοδο στο Κυπριακό, υποστηρίζοντας ότι η πιθανή συμμετοχή της Άγκυρας σε μελλοντικές ευρωπαϊκές δομές ασφάλειας και άμυνας θα μπορούσε να λειτουργήσει ως μοχλός πίεσης αλλά και διαπραγμάτευσης.
Τέλος όλοι οι ομιλητές συνέκλιναν στο γεγονός ότι η Κύπρος βρίσκεται μπροστά σε μια περίοδο σημαντικών γεωπολιτικών αλλαγών, όπου η ευρωπαϊκή άμυνα, οι σχέσεις ΕΕ–Τουρκίας και το μέλλον της περιφερειακής ασφάλειας συνδέονται πλέον άμεσα με την προοπτική λύσης ή παγίωσης του Κυπριακού.
Η εκδήλωση εντάσσεται στο πλαίσιο του έργου που εφαρμόζει ο ΟΠΕΚ με την υποστήριξη του Μη Κερδοσκοπικού Οργανισμού CARDET με τίτλο «Προς μια ανοιχτή, δίκαιη και βιώσιμη Ευρώπη στον κόσμο – Έργο της Προεδρίας της ΕΕ 2024–2026» και συγχρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση.





















